|
ΕΛΛΑΔΑ |
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
(Ομήρου Ιλιάς Ι.395,447,478, Ηρόδοτος Ζ.132, 148-9, 161-2, 172-3,175-6, Η.15, 30, Διόδωρος ΙΣΤ.14.1, Στράβων Ζ,Frg 9, Πολύβιος 7.9.1-3, Θουκυδίδης Β.22, Αρριανός Β.14.4) Από την άφιξη των ελληνικών φυλών στο γεωγραφικό χώρο της σημερινής Ελλάδας, λίγο μετά τον 20ο π.Χ. αιώνα, ως το τέλος της κλασσικής περιόδου, τον 4ο π.Χ. αιώνα, πολλά είχαν αλλάξει. Ο Όμηρος λέει ότι την εποχή του Τρωικού πολέμου, τον 13ο π.Χ. αιώνα, η Ελλάς δεν ήταν περιοχή αλλά πόλη, που βρισκόταν σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τη σημερινή Μελιταία του νομού Φθιώτιδος. Η αρχαία πόλη της Μελιταίας χτίσθηκε από τους κατοίκους της πόλης Ελλάδος, τους Έλληνες, τους οποίους ο Όμηρος αναφέρει μαζί με τους Μυρμηδόνες ως υπηκόους του Αχιλλέα. Για αυτήν την πόλη δεν παραδίδεται τίποτα το αξιοσημείωτο, η δε εποχή που επελέγη το όνομά της ως προσδιοριστικό όλων των ελληνικών εδαφών παραμένει άγνωστη, ενώ ακόμη πιο άγνωστος είναι ο λόγος που επελέγη αυτό το τοπωνύμιο και όχι κάποιο άλλο σημαντικότερο. Στην αρχαία ελληνική γεωγραφία ο όρος Ελλάς ποτέ δεν περιέλαβε τα ασιατικά, παρευξείνια, ασιατικά και δυτικοευρωπαϊκά εδάφη, όπου υπήρχαν ελληνικοί πληθυσμοί. Για την ακρίβεια η γεωγραφική έκταση της Ελλάδος περιοριζόταν στα σημερινά διαμερίσματα της Πελοποννήσου και του μεγαλύτερου μέρους της Στερεάς Ελλάδος. Όπως μαθαίνουμε από τον Ηρόδοτο, την εποχή των περσικών πολέμων οι Θερμοπύλες ήταν «πέρασμα προς την Ελλάδα» και διαπιστώνουμε το εκπληκτικό παράδοξο να έχει μείνει εκτός Ελλάδος η Θεσσαλία, που πρωταγωνίστησε στον Τρωικό πόλεμο, περιλαμβανομένου του βασιλείου του Αχιλλέα, όπου ανήκε η πόλη Ελλάς και οι κάτοικοί της, οι Έλληνες. Μετά την κλασσική περίοδο η αρχαία ελληνική γεωγραφία περιέλαβε στον όρο Ελλάς σχεδόν το σύνολο των ελληνικών εδαφών, που περιλαμβάνει το σημερινό ελληνικό κράτος. Έτσι, ο Διόδωρος τοποθετεί τη Θεσσαλία στην Ελλάδα, ο Πολύβιος κάνει λόγο για την «Μακεδονίαν και την άλλην Ελλάδα» και ο Στράβων ξεκαθαρίζει τελεσίδικα ότι «είναι λοιπόν Ελλάς και η Μακεδονία». Ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος, που κήρυξε την πανελλήνια εκστρατεία εκδίκησης κατά των Περσών επικεφαλής του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, ήταν φυσικά αδύνατο να αποδέχεται τον περιορισμό του γεωγραφικού όρου κατά την επιλεκτική και περιφρονητική κρίση των νοτίων Ελλήνων της εποχής του. Πράγματι, στην απαντητική επιστολή του καταλογίζει στο Δαρείο ότι «οι υμέτεροι πρόγονοι ελθόντες εις Μακεδονίαν και εις την άλλην Ελλάδα κακώς εποίησαν ημάς». Σήμερα, όταν Έλληνες και ξένοι κάνουν λόγο για «αρχαία Ελλάδα», εννοούν σχεδόν αποκλειστικά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα, δηλαδή την περίοδο μεταξύ της περσικής εισβολής και της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τη γνωστή ως κλασσική περίοδο. Εκείνη η περίοδος απετέλεσε το πολιτικό υπόβαθρο και το περιβάλλον της Μακεδονικής Ηγεμονίας, γι’ αυτό χρειάζεται μία σύντομη ανασκόπησή της. Τότε οι Έλληνες ήταν οργανωμένοι σε ένα τεράστιο αριθμό ανεξαρτήτων κρατών με διαφορετικές διαλέκτους, αλφάβητα, πολιτεύματα, κυβερνήσεις, νομίσματα, μέτρα, σταθμά και με τις κώμες, τα χωριά και τους συνοικισμούς της επικράτειας του κάθε κράτους να ανήκουν στη δεσπόζουσα πόλη του. Οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες διαιρούσαν τη γλώσσα τους σε τρεις θεμελιώδεις διαλέκτους, την ιωνική, τη δωρική και την αιολική, ή σε τέσσερις, αν διαχώριζαν την αττική διάλεκτο από την ιωνική. Η διαίρεση αυτή δεν είναι σωστή, διότι από τις επιγραφές προκύπτει ότι υπήρχαν διάλεκτοι, που είχαν ταυτόχρονα αιολικά και δωρικά χαρακτηριστικά, και συνεπώς είναι αδύνατη η κατάταξή τους σε μία από τις δύο. Επειδή λοιπόν η αρχαία διαίρεση της ελληνικής γλώσσας σε διαλέκτους είναι υπερβολικά γενική, σήμερα ακολουθείται άλλη ομαδοποίηση. Αναλυτικότερα, η ανατολική διάλεκτος καταγράφεται στην Ιωνία, τη Χίο, τη Σάμο, την Αττική, την Εύβοια, τη Θάσο και τις Κυκλάδες (πλην Μήλου, Θήρας και Ανάφης). Η αρκαδοκυπριακή καταγράφεται στην Αρκαδία, την Τριφυλία, την Πισάτιδα (την ευρύτερη περιοχή της Ολυμπίας), την Κύπρο και την Παμφυλία. Η αιολική καταγράφεται στην Αχαΐα, τη Λέσβο, την Τένεδο, τη Θεσσαλία, τη Βοιωτία και την Αιολίδα. Η δυτική καταγράφεται στη Λακωνία, την Αργολίδα, τη Μεσσηνία, την Κορινθία, τα Μέγαρα, τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη, τη ΒΔ Στερεά Ελλάδα, τη Μακεδονία, την Ηλεία, τη Φωκίδα, τα Κύθηρα, τη Μήλο, τη Θήρα και την Ανάφη. Ορισμένοι μελετητές προτείνουν τη βορειοδυτική διάλεκτο ως υποδιαίρεση της δυτικής και εκεί εντάσσουν τις διαλέκτους της Ηπείρου, της Αιτωλίας, της Λοκρίδας, της Ηλείας και της Μακεδονίας. Η ελληνική γλώσσα δεν ομιλείτο μόνο σε σημαντικό αριθμό διαλέκτων, αλλά γραφόταν και σε διαφορετικά αλφάβητα. Μετά την εγκατάλειψη της γραμμικής γραφής, που χρησιμοποιήθηκε στη μυκηναϊκή περίοδο, υιοθετήθηκε το φοινικικό αλφάβητο τροποποιημένο και προσαρμοσμένο στις φωνητικές ανάγκες της ελληνικής γλώσσας. Επειδή η προσαρμογή δεν ήταν απολύτως ικανοποιητική, χρειάσθηκε να δημιουργηθούν μερικά νέα, καθαρά ελληνικά γράμματα και πρωτεργάτες στην αναζήτηση αυτών των γραμμάτων ήταν οι Ίωνες, οι οποίοι δημιούργησαν τα Ξ, Φ, Χ, Ψ και Ω. Τα ελληνικά κράτη της Μ. Ασίας και των νησιών του Αιγαίου χρησιμοποιούσαν τα νέα αυτά γράμματα ήδη από τον 7ο π.Χ. αιώνα, ωστόσο τα άλλα ελληνικά κράτη τα υιοθέτησαν πολύ αργότερα, μερικά δε κράτη δεν τα υιοθέτησαν όλα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι επισήμως οι Αθηναίοι ενσωμάτωσαν στα αλφάβητό τους τα Ξ και Ω μόλις το 403, ενώ οι δυτικοί Έλληνες και ειδικότερα οι Ιταλιώτες δεν χρησιμοποίησαν ποτέ τα Ξ, Ψ και Ω, το οποίο Ω φαίνεται να περιορίσθηκε στα ιωνικά αλφάβητα. Αντ’ αυτών έγραφαν αντίστοιχα ΚΣ ή ΧΣ, ΠΣ ή ΦΣ και Ο, απέδιδαν τον φθόγγο Χ με ΚΗ ή QΗ, ενώ προέφεραν το γράμμα Χ ως Ξ, ακριβώς όπως κι οι Ρωμαίοι αργότερα. Στο αλφάβητο των Κορινθίων η πόλη τους γραφόταν QΟΡΙΝΘΟΣ και όχι ΚΟΡΙΝΘΟΣ, γραφόταν δηλαδή με Q (κόππα) αντί Κ (κάπα) και αυτό ακριβώς το γράμμα είναι αποτυπωμένο σε πλήθος κορινθιακών νομισμάτων του 4ου αιώνα, ένα από τα οποία περιλαμβάνει και ο παρών δικτυακός τόπος. Τελικά το αλφάβητο ήταν τόσο σημαντικό στοιχείο της ταυτότητα κάθε ελληνικού κράτους, ώστε αρκετές φορές οι στήλες με τις συμφωνίες μεταξύ δύο ελληνικών κρατών ήταν γραμμένες και στα δύο αλφάβητα. Μία τέτοια «δίγλωσση» επιγραφή βρέθηκε στο Σίγειο της Μικράς Ασίας και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο. Ούτε η χρησιμοποιούμενη μέθοδος για τη μέτρηση του χρόνου δεν ήταν κοινή σε όλα τα ελληνικά κράτη της κλασσικής περιόδου. Όλα τα αρχαία ελληνικά κράτη διαιρούσαν το έτος σε 12 σεληνιακούς μήνες, εκ των οποίων οι μισοί είχαν 30 ημέρες και οι άλλοι μισοί 29 ημέρες, όμως ακολουθούσαν διαφορετικό τρόπο ονομασίας του κάθε έτους και του κάθε μήνα. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία και το Βασίλειο της Σπάρτης έδιναν σε κάθε έτος το όνομα του επωνύμου άρχοντος και του επωνύμου εφόρου αντίστοιχα. Το Βασίλειο της Μακεδονίας έδινε σε κάθε έτος τον αύξοντα αριθμό έτους βασιλείας του Μακεδόνα βασιλιά (π.χ. 3ο έτος βασιλείας του Φιλίππου). Όπως φαίνεται στον παρακάτω ενδεικτικό πίνακα, στις ονομασίες των μηνών υπήρχε η ίδια περίπου σύγχυση, που διέκρινε τα αλφάβητα και τα συστήματα των μέτρων και των σταθμών.
Με την πρώτη ματιά φαίνεται η εντυπωσιακή διαφοροποίηση του μηνολογίου της Αθηναϊκής Δημοκρατίας από τα υπόλοιπα. Στα μηνολόγια των άλλων κρατών βλέπουμε ότι κάποιοι μήνες έχουν το ίδιο όνομα, όπως ο Καρνείος των Σπαρτιατών και των Σικελιωτών, ο Εκατομβεύς και ο Εκατομβαιών, ή σχεδόν το ίδιο όπως ο Βοηδρομιών, ο Βαδρόμιος και ο Βοαθόος. Κάποιοι μήνες ήταν προφανώς αφιερωμένοι σε θεούς και κατά τη διάρκειά τους ετελούντο στο συγκεκριμένο κράτος οι σημαντικότερες τελετές προς τιμήν της σχετικής θεότητας. Έτσι ο Διόσθυος των Σπαρτιατών κι ο Δίος των Μακεδόνων ήταν αφιερωμένοι στο Δία, ο Ηράσιος των Σπαρτιατών κι ο Ηραίος των Δελφών στην Ήρα, ο Ποσειδεών των Αθηναίων στον Ποσειδώνα, ο Δαμάτριος των Δελφών στη Δήμητρα και ο Ερμαίος των Βοιωτών στον Ερμή. Ο Αρταμίτιος των Σπαρτιατών και των Σικελιωτών κι ο Αρτεμίσιος των Δελφών και των Μακεδόνων ήταν αφιερωμένοι στην Αρτέμιδα, ενώ ο Απελλαίος των Σπαρτιατών, των Δελφών και των Μακεδόνων στον Απέλλωνα (Απόλλωνα). Κάποιοι μήνες ήταν αφιερωμένοι σε κατώτερες θεότητες, όπως ο Ηράκλειος των Δελφών και κάποιοι άλλοι πήραν το όνομά τους από ή το έδωσαν σε κάποιες εορτές, που ετελούντο στη διάρκειά τους, όπως ο Ανθεστηριών των Αθηναίων, Ιπποδρόμιος των Βοιωτών, ο Δαδαφόριος των Δελφών και ο Περίτιος των Μακεδόνων (περιτίω = αποδίδω μεγάλες τιμές). Ο Πάναμος των Σπαρτιατών, των Βοιωτών και των Σικελιωτών εμφανίζεται ως Πάνημος και στο μηνολόγιο των Μακεδόνων, αλλά σε διαφορετική θέση. Επίσης σε διαφορετικές θέσεις τοποθετούσαν οι Βοιωτοί και οι Δελφοί τον Βουκάτιο. Τέλος, για τους Μακεδόνες φαίνεται ότι ο καλύτερος μήνας του έτους ήταν ο Λώος (λῷος = άριστος, βέλτιστος). Άλλη σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των ελληνικών πόλεων-κρατών ήταν η χρήση διαφορετικών νομισματικών μονάδων, οι οποίες ακόμη κι όταν είχαν το ίδιο όνομα (π.χ. στατήρες Κυζίκιου, Λαμψάκου, Μακεδονίας, κλπ), είχαν διαφορετική αξία. Επίσης τα συστήματα των μέτρων και των σταθμών είχαν διαφορετικές ονομαστικές αξίες παρά τα κοινά τους ονόματα (π.χ. τάλαντο ευβοϊκό, αιγηνιτικό κλπ). Όλες οι παραπάνω διαφοροποιήσεις αποτελούσαν σαφέστατο εμπόδιο στη μεταξύ των ελληνικών κρατών εμπορική δραστηριότητα, αλλά διετηρούντο συνειδητά, διότι αποτελούσαν επιδιωκόμενες ειδοποιούς διαφορές μεταξύ τους. Οι αρχαίοι Έλληνες σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν έθνος με τη σημερινή έννοια του όρου και στην επόμενη ενότητα αναφέρουμε τι εννοούσαν με τον όρο αυτό. Λόγω κοινής φυλετικής καταγωγής και πολιτισμού μπορούμε να παρομοιάσουμε τα αρχαία ελληνικά κράτη με τα σημερινά σλαβικά, ενώ οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν πάντοτε αυτές, που επέδειξαν τα συστατικά κράτη της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας κατά τη διάλυσή της. Ο πατριωτισμός επέβαλλε στους πολίτες των ελληνικών πόλεων-κρατών να είναι βαθύτατα προσηλωμένοι στην ελευθερία της πόλης τους, φανατικά υποταγμένοι σε μία από τις πολιτικές μερίδες (κόμματα), να θεωρούν ως πρωταρχικό εχθρό της πόλης τους την αντίπαλη πολιτική παράταξη και ως δευτερεύοντα εχθρό τις γειτονικές πόλεις-κράτη. Για να «σώσουν» την πατρίδα τους από τον πρωταρχικό εχθρό, με άλλα λόγια για να κυβερνήσει το δικό τους πολιτικό κόμμα, δεν δίσταζαν να αναμίξουν αμέσως ή εμμέσως στα πολιτικά τους πράγματα και άλλα κράτη, άλλοτε ελληνικά και άλλοτε βαρβαρικά, συνήθως δε από την Περσία. Η υπερίσχυση του κάθε ελληνικού κράτους έναντι των άλλων ήταν η μόνιμη στρατηγική επιδίωξη, την οποία δεν επιρρέαζαν ούτε η κοινή καταγωγή ούτε ο κοινός πολιτισμός. Γι’ αυτό τον 5ο αιώνα η επικείμενη εισβολή των Περσών για να υποδουλώσουν την κυρίως Ελλάδα, δεν εκλήφθηκε ως κίνδυνος για την ελευθερία και την ευημερία όλων των Ελλήνων, αλλά τα περισσότερα κράτη την αντιλήφθηκαν ως στρατηγική πρόκληση και στην αντιμετώπισή της έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο οι σχέσεις τους με τα άλλα κράτη. Έτσι οι Θεσσαλοί αρχικά συντάχθηκαν με τους Έλληνες, που είχαν αποφασίσει να αντισταθούν μέχρις εσχάτων, αλλά όταν οι νότιοι σύμμαχοι τους εγκατέλειψαν, συμμάχησαν πολύ πρόθυμα με τους Πέρσες και έσπευσαν να ξεκαθαρίσουν παλιούς λογαριασμούς με άλλα κράτη, που είχαν αντισταθεί. Οι Φωκείς εντάχθηκαν στη συμμαχία κατά των Περσών λόγω του μίσους τους προς τους Θεσσαλούς, που είχαν ήδη μηδίσει, και ο Ηρόδοτος πιστεύει ότι, αν οι Θεσσαλοί είχαν παραμείνει στη συμμαχία, θα είχαν μηδίσει οι Φωκείς! Οι Αργείοι ως όρο για τη συμμετοχή τους στη συμμαχία έθεσαν την από κοινού με τους Σπαρτιάτες διοίκηση του στρατού, οι Σπαρτιάτες φυσικά αρνήθηκαν και οι Αργείοι απάντησαν ότι προτιμούσαν να υποταχθούν σε βαρβάρους παρά να υποκύψουν στους αλαζόνες Σπαρτιάτες. Παρόμοιος απαίτηση προέβαλε κι ο Γέλων, ο τύραννος των Συρακουσών, που διέθετε μία από τις ισχυρότερες και πιο εμπειροπόλεμες ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή του στη συμμαχία ζήτησε διαδοχικά την ηγεσία του συμμαχικού στρατού και μετά του ναυτικού. Την ηγεσία του μεν στρατού κατείχαν ήδη οι Σπαρτιάτες του δε ναυτικού οι Αθηναίοι και κανείς τους δεν δέχθηκε να παραιτηθεί υπέρ του Ιταλιώτη. Και μόνο από τη δήλωση του Αθηναίου πρέσβυ προς τον Γέλωνα ότι «η Ελλάς μας έστειλε να σου ζητήσουμε στρατό κι όχι ηγέτη» γίνεται απόλυτα σαφές ότι οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες είχαν συμφωνήσει να ηγεμονεύσουν από κοινού τη συμμαχία των Ελλήνων και ότι όλα τα υπόλοιπα ελληνικά κράτη, για να ενταχθούν στη συμμαχία, έπρεπε να αποδεχθούν καθεστώς υποτελούς στους δύο ηγεμόνες. Όσα κράτη δεν επιθυμούσαν αυτό το καθεστώς υποτέλειας, είχαν τις επιλογές, είτε να αντισταθούν μεμονωμένα και προφανώς να αφανισθούν είτε να υποταχθούν στους Πέρσες. Όμως οι δύο ηγεμόνες εγκαίρως είχαν συνειδητοποιήσει ότι η απειλή της περσικής εισβολής αποτελούσε πρώτης τάξεως ευκαιρία να εκτοξεύσουν τη στρατηγική τους θέση στην Ελλάδα και γι’ αυτό επίσης εγκαίρως είχαν μεριμνήσει να εγκλωβίσουν τα μικρότερα ελληνικά κράτη ανάμεσα στον τρόμο των Ελλήνων και στον πανικό των Περσών. Για να το πετύχουν αυτό έπεισαν τα νοτιότερα κράτη, δηλαδή τα πιο απομακρυσμένα από την περσική στρατιά, να πάρουν επίσημο όρκο ότι, αν νικούσαν τους Πέρσες θα αποδεκάτιζαν όσους είχαν μηδίσει. Αυτά βέβαια δεν είναι καθόλου παράξενα, αντιθέτως είναι απολύτως αναμενόμενα στη συμπεριφορά καθ’ όλα ανεξαρτήτων κρατών. Παράδοξη είναι η αντίληψη των Πελοποννησίων ως στρατηγικά ορθής της εγκατάλειψης των φυσικών κωλυμάτων της κυρίως Ελλάδος και της οχύρωσής τους στον ισθμό της Κορίνθου, λες και οι Πέρσες δεν διέθεταν ναυτικό, για να αποβιβασθούν σε όποιο σημείο της Πελοποννήσου επέλεγαν. Αυτή η νοοτροπία είναι μεν παράδοξη και δυσεξήγητη αλλά δεν επεδείχθη υπό το κράτος του πανικού από την ακώλυτη προέλαση των Περσών. Μυωπική νοοτροπία επέδειξαν οι Σπαρτιάτες και έναν αιώνα αργότερα όταν με την Ανταλκίδειο Ειρήνη παρέδωσαν τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και πολλών νησιών του Αιγαίου στους Πέρσες, για να γίνουν με την περσική υποστήριξη Ηγεμόνες της Ελλάδος. Μπορούμε λοιπόν να ευφυολογήσουμε ότι η νοοτροπία της Ψωροκώσταινας δημιουργήθηκε από τους Πελοποννήσιους της κλασσικής και όχι της μετεπαναστατικής περιόδου. Η σημαντικότερη παρατήρηση είναι βεβαίως ότι ο Ανταλκίδας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί προδότης, διότι δεν πρόδωσε, αντίθετα υπηρέτησε αποτελεσματικότατα την πατρίδα του, τη Σπάρτη. Αργότερα μάλιστα, επειδή απέτυχε να επαναλάβει μία συμφωνία με τους Πέρσες εξίσου επωφελή για την πατρίδα του, αυτοκτόνησε από υπερβολική ευθιξία. Αυτή ήταν η κατάσταση στα ελληνικά κράτη της κλασσικής περιόδου, οπότε δημιουργήθηκαν οι (διεθνείς πλέον) όροι πολιτική, πολιτικός και πατριώτης. (Απολλόδωρος Βιβλιοθήκη Α.γ.1-2, Α.θ.1, Ηρόδοτος Ζ. 196, 212, Η.43, 144.2, Θουκυδίδης Α.3, Β.68, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Ε.V.5, Αριστοτέλης, Μετεωρολογικά Α.14, Διόδωρος ΙΣΤ.23.4, Αρριανός Α.9, Ε.26) Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική κοσμογονία, μετά τον κατακλυσμό ο Δευκαλίων και η Πύρρα (ανάλογοι του Αδάμ και της Εύας στην εβραϊκή κοσμογονία) γέννησαν τον Έλληνα, ο οποίος με τη νύμφη Ορσηίδα απέκτησε τον Ξούθο και τους γενάρχες των δύο βασικών ελληνικών φύλων, τον Δώρο και τον Αίολο. Επίσης ο βασιλιάς των Αρκάδων Λυκάων «εκ πολλών γυναικών πεντήκοντα παίδας εγέννησεν» και ανάμεσά τους διαβάζουμε τα ονόματα των γεναρχών μερικών δευτερευόντων ελληνικών ἐθνῶν, όπως Θεσπρωτός, Μάκεδνος, Μαντίνους, Κλείτωρ, Στύμφαλος και Ορχόμενος. Τον 5ο π.Χ. αιώνα ο Ηρόδοτος σε μία προσπάθεια να ξεκαθαρίσει ακόμη περισσότερο τα πράγματα προσδιόρισε ότι το ελληνικό έθνος «έχει το ίδιο αίμα, την ίδια γλώσσα και τους ίδιους ναούς, θυσίες και συνήθειες». Όμως τόσο η κοσμογονία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, όσο και ο πιο επιστημονικός ορισμός του Ηροδότου, αποτελούσαν ασήμαντες λεπτομέρειες στην αμείλικτη εμφύλια αντιπαλότητα των αρχαίων Ελλήνων. Οι πολίτες των ελληνικών κρατών αναγνώριζαν ένα μεγάλο αριθμό από ἔθνη, τα οποία συγκροτούσαν οι πολίτες ορισμένων γειτονικών πόλεων-κρατών. Κάθε τέτοιο ἔθνος μιλούσε την ίδια ή σχεδόν ίδια διάλεκτο, χρησιμοποιούσε τον ίδιο τύπο αλφαβήτου και είχε ορισμένους ναούς και ιερά, θρησκευτικές εορτές και αθλητικούς αγώνες κοινά για όλους τους ὁμοεθνεῖς, ανεξαρτήτως ποιάς πόλης-κράτους ήταν πολίτες. Τόσο ισχυρός ήταν ο δεσμός μεταξύ των ὁμοεθνῶν, ώστε μετά από άπειρες κακουχίες και ενώ ακόμη βρίσκονταν σε αφιλόξενη χώρα και μακρυά από το τέρμα της περιπέτειάς τους, σε μία ανάπαυλα της καθόδου τους οι Μύριοι έκαναν θυσίες στους θεούς, λιτανείες και γυμνικούς αγώνες όχι όλοι μαζί ως Έλληνες, αλλά χωρισμένοι «κατὰ ἔθνος ἕκαστοι». Σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές κατοικούσαν ἔθνη με παραπλήσια διάλεκτο, ίδιο τύπο αλφαβήτου και ενδεχομένως ιερά, εορτές και αγώνες κοινά για όλη την ὁμοεθνία (π.χ. των Αιτωλών, των Ηπειρωτών, των Μακεδόνων). Στην κλασσική περίοδο μόνο όσα ἔθνηκαταλάμβαναν το γεωγραφικό χώρο της Ελλάδος εδικαιούντο να ονομάζονται ελληνικά. Όσοι είχαν «το ίδιο αίμα, την ίδια γλώσσα και τους ίδιους ναούς, θυσίες και συνήθειες», αλλά κατοικούσαν έξω από τα όρια της Ελλάδος, μπορεί να αναγνωρίζονταν ως Έλληνες, αλλά μπορεί και όχι. Έτσι ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ιστορίας, ενώ τοποθετεί τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία εκτός Ελλάδος, αναγνωρίζει τους Θεσσαλούς και τους Μακεδόνες ως Έλληνες. Συγκεκριμένα λέει ότι «το θεσσαλικό ιππικό ήταν το καλύτερο από όλα τα ελληνικά [ιππικά σώματα]» και ότι «όλοι αυτοί [Λακεδαιμόνιοι, Κορίνθιοι, Σικυώνιοι, Επιδαύριοι και Τριζοινείς] ανήκουν στο Δωρικό και Μακεδονικό έθνος». Με την τελευταία δήλωση θεωρεί κάποια ἔθνη της Πελοποννήσου ως συγγενή των Μακεδόνων και η άποψή του υποστηρίζεται από τα ανευρεθέντα επιγραφικά στοιχεία στην Επίδαυρο. Το όνομα του Περδίκκα Γ΄, αδελφού του Φιλίππου και θείου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, περιλαμβανόταν στους καταλόγους των θεωροδόκων της Επιδαύρου. Στην καθημερινότητα των αρχαίων Ελλήνων «το ίδιο αίμα» επιστοποιείτο από τις μόνες διαθέσιμες τότε αποδείξεις: από την κοσμογονία και από τα γενεαλογικά δέντρα ημιθέων και ηρώων. Έτσι, εκτός από τη συμπερίληψη στην αρχαία ελληνική κοσμογονία του Μάκεδνου, του γενάρχη των Μακεδόνων, βρίσκουμε τον Αλέξανδρο στην όχθη του Ύφαση να προσπαθεί να μεταπείσει τους Μακεδόνες λέγοντάς τους: «μήπως δεν ξέρετε ότι ο πρόγονός μας [ο Ηρακλής] κέρδισε τέτοια δόξα, ώστε από άνθρωπος να γίνει ή να θεωρείται θεός, ακριβώς επειδή δεν έμεινε στην Τίρυνθα, στο Άργος, στην Πελοπόννησο ή στη Θήβα;». Δηλαδή οι Μακεδόνες τοποθετούσαν την καταγωγή τους στον «Ηρακλή των Ελλήνων», άρα δεν είχαν καμία αμφιβολία ότι ήταν Έλληνες. Αντίθετα προς τα παραπάνω, ο Θουκυδίδης με αθηναϊκή ωμότητα αποκαλεί βαρβάρους όλα τα ελληνικά ἔθνη βορείως των Αιτωλών, Λοκρών και Θεσσαλών. Από τους Μακεδόνες αναγνωρίζει ως Έλληνες μόνο τα μέλη του Βασιλικού Οίκου κι αυτό διότι προφανώς δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να αμφισβητήσει όλους τους άλλους συγγραφείς, παλαιότερους και σύγχρονούς του, που ρητώς πιστοποιούσαν την ελληνική καταγωγή των Αργεαδών. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να εντοπίσει ένα παράδοξο, αφού ο ακριβέστατος ορισμός του Ηρόδοτου επληρούτο και συνεπώς οι Μακεδόνες έπρεπε να θεωρούνται Έλληνες από όλους ανεξαιρέτως τους αρχαίους συγγραφείς. Ο Θουκυδίδης αναγνωρίζει ότι η γενίκευση της χρήσης του εθνικού ονόματος Έλλην ήταν πολύ μακρά διαδικασία και ότι «διαδοχικά ονομάσθηκαν Έλληνες, αρχικά [όσοι ζούσαν] στις διάφορες πόλεις, επειδή καταλάβαινε ο ένας τον άλλο και αργότερα όλοι μαζί». Αυτό ακριβώς προκύπτει και από την κοσμογονία, σύμφωνα με την οποία ο γενάρχης του ελληνικού έθνους, «ο Έλλην από τον εαυτό του ονόμασε Έλληνες τους αποκαλουμένους Γραικούς». Και ο Αριστοτέλης πιστοποιεί ότι γύρω από τη Δωδώνη και τον Αχελώο κατοικούσαν «οι πρότερον μεν Γραικοί νυν δε Έλληνες», κάτι που θυμίζει εκπληκτικά την καθυστερημένη ένταξη των Μακεδόνων στο ευρύτερο ελληνικό ἔθνος . Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι αντίθετα προς την περίπτωση των Μακεδόνων, κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να ισχυρισθεί ότι πρόκειται για αναξιόπιστο μύθο η περίπτωση των Γραικών, των οποίων το ιδιαίτερο ἐθνικό όνομα αποδόθηκε αρχικά από τους Ρωμαίους και τελικά από όλους τους λαούς της Δύσης σε ολόκληρο το ελληνικό έθνος (Graeci, Greci, Greeks, Grecs, Griechen κλπ) και τη χώρα (Graecia, Grecia, Greece, Grèce, Griechenland κλπ). Ειρήσθω εν παρόδω ότι το ίδιο συνέβη και με τους λαούς της Ανατολής, από τους Πέρσες ως τους Άραβες και τους Τούρκους, οι οποίοι ονόμασαν τους Έλληνες Γιαούνα, Γιονάνι, Γιουνάν και την Ελλάδα Αλ Γιονάν και Γιουνανιστάν, από το σημαντικότερο ελληνικό ἔθνος της Ασίας, τους Ίωνες. (Ηρόδοτος Ε. 20.4, 22.1, Ζ. 148, 150, 163, 173, 203, Ξενοφών, Λακεδαιμονίων Πολιτεία 15.2, Κύρου Ανάβασις Γ.Ι.30, Θουκυδίδης 2.99.3, 5.80.2, Δημοσθένης Ολυνθιακός Γ.16, Αρριανός Α.11, Δ.11, Πλούταρχος Αλέξανδρος 17.4-5, 33.1, 34.2-3, 37.7, 54.3, Περί της Αλεξάνδρου Τύχης 329.Β, Διόδωρος ΙΣΤ.95.2, ΙΖ.1.5, 4.1, 4.15, 94.2-3, Κούρτιος 3.3.6, 4.14.21, 4.10.6, 6.29, 7.8.23, 29, 8.4.25-26, Ιουστίνος 11.4.5, 12.15.1, Ισοκράτους Πανηγυρικός, ΧΧVΙΙ, 96, Ισοκράτους Φίλιππος ξε.154, Πλάτωνος πολιτεία Ε.470.e, Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος 172, Παυσανίας Φωκικά VΙΙΙ.2, 4, Ιώσηπος Ιουδαϊκή Αρχαιολογία ΙΑ.336-7, Δανιήλ 8.3-8, 20-22, Μακκαβαίων Α.1.10, Β.6.2, 7-9) Σήμερα «το ίδιο αίμα» θα μπορούσε να πιστοποιηθεί με σύγκριση του γενετικού υλικού από τις νεκροπόλεις της αρχαίας Μακεδονίας και της νότιας Ελλάδας, κάτι που θα έλυνε οριστικά την ενοχλητική αμφισβήτηση, αλλά αποκλείεται να γίνει. Η Ελληνική Δημοκρατία αποδεικνύει καθημερινά την απίστευτη δυσχέρεια ή την απόλυτη ανικανότητά της να παράσχει τις στοιχειωδέστερες υπηρεσίες στους πολίτες της, όπως στις ων ουκ έστιν αριθμός περιπτώσεις επείγουσας διακομιδής ασθενών από τις παραμεθόριες περιοχές. Ένα επιστημονικό εγχείρημα τέτοιας έκτασης και τόσης χρονικής διάρκειας ακούγεται λοιπόν μόνο ως ανέκδοτο για τους Έλληνες, ενώ οι ψευδο-Μακεδόνες έχουν ήδη παρουσιάσει τις πρώτες σχετικές ψευδο-επιστημονικές μελέτες. Έτσι, οι πολυάριθμες αναφορές σε Έλληνες κατ’ αντιδιαστολή προς τους Μακεδόνες, που βρίσκονται διάσπαρτες σε όλη την αρχαία γραμματεία, συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ως οι οφθαλμοφανέστερες «αποδείξεις» ότι οι Μακεδόνες δεν είχαν «το ίδιο αίμα» με τους Έλληνες. Αυτό στην καλύτερη περίπτωση δείχνει αφέλεια και στη χειρότερη δείχνει σκοπιμότητα. Η αλήθεια είναι ότι η αναφορά σε κάποιο ελληνικό ἔθνος κατ’ αντιδιαστολή προς τους Έλληνες συνολικά, είναι συνηθέστατη όσες φορές όλοι ή σχεδόν όλοι οι Έλληνες εστρέφοντο για οποιονδήποτε λόγο προς κάποιο συγκεκριμένο ἔθνος. Κατά την οργάνωση της συμμαχίας των διαφόρων ελληνικών ἐθνῶν εναντίον των Περσών, βρίσκουμε πολλά τέτοια παραδείγματα. Λόγου χάριν ο Ηρόδοτος λέει «Οι Αργείοι…ήταν βέβαιοι ότι οι Έλληνες θα προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την υποστήριξή τους» ή «Αργότερα, όταν οι Έλληνες προσπάθησαν να κερδίσουν τη συμπαράστασή τους [των Αργείων]…» ή «Αυτά είπαν οι Θεσσαλοί. Οι Έλληνες απήντησαν…» ή «…οι Έλληνες τους είχαν πείσει [τους Οπούντιους Λοκρούς και τους Φωκείς]…» ή «Αυτό ήταν το τέλος των διαπραγματεύσεων των Ελλήνων με τον Γέλωνα». Ο Πλούταρχος συμπληρώνει ότι «…οι άλλοι Ιταλιώτες εγκατέλειψαν τους Έλληνες στην τύχη τους …» ή «…οι πατέρες τους [των Πλαταιέων] έδωσαν τη χώρα τους στους Έλληνες για να πολεμήσουν υπέρ της ελευθερίας …». Με μία πρόχειρη δειγματοληψία «αποδείξαμε» λοιπόν ότι δεν ήταν Έλληνες οι Αργείοι, οι Θεσσαλοί, οι Λοκροί, οι Φωκείς, οι Πλαταιείς, γενικά οι Ιταλιώτες και ειδικά οι υπήκοοι του Γέλωνα! Αν κάποιος αποφασίσει να σπαταλήσει χρόνο και ενέργεια, είναι πάρα πολύ πιθανό να βρει τέτοιες διατυπώσεις για όλα τα ελληνικά ἔθνη και εφαρμόζοντας την ίδια επιχειρηματολογία, που εφαρμόζουν ορισμένοι για τους Μακεδόνες, να «αποδείξει» ότι κακώς θεωρούσαμε ελληνικά όλα αυτά τα ἔθνη και ότι οι πραγματικοί Έλληνες ήταν κάποιος άλλος λαός, τα ίχνη του οποίου ακόμη δεν έχουμε ανακαλύψει!!! Αντίθετα, στις αρχαίες πηγές βρίσκουμε πλήθος αναφορών που ρητώς πιστοποιούν την νεοελληνική καταγωγή των Μακεδόνων. Ο Παυσανίας θεωρεί τους Μακεδόνες ως ένα από τα «τοσάδε γένη του ελληνικού». Ο Ισοκράτης με την επιστολή του προέτρεπε τον Φίλιππο να καταλάβει την Ηγεμονία της Ελλάδος και να επιτεθεί κατά των Περσών λέγοντας ότι «όλοι [Έλληνες και βάρβαροι] θα σου χρωστούν χάρη … διότι θα αποκτήσουν ελληνική διακυβέρνηση». Σύμφωνα με τον Καλλισθένη λίγο πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων, «ο Αλέξανδρος κρατώντας το ξυστόν στο αριστερό του χέρι παρακαλούσε με το δεξί τους θεούς, αν πράγματι είχε γεννηθεί από τον Δία να υπερασπισθεί και να ενδυναμώσει τους Έλληνες». Κατά τον Πλούταρχο όταν ο Αλέξανδρος κάθισε στο θρόνο του Δαρείου στα Σούσα, ο Δημάρατος αναλογίσθηκε «πόσο μεγάλη ευχαρίστηση έχασαν οι Έλληνες, που σκοτώθηκαν και δεν πρόλαβαν να δουν τον Αλέξανδρο στο θρόνο του Δαρείου». Επίσης στην πόλη Ξάνθο της Λυκίας, στην κοίτη ενός ποταμού ανακαλύφθηκε χάλκινη επιγραφή με «αρχαία γράμματα, που προέβλεπε ότι οι Έλληνες θα κατέλυαν την κυριαρχία των Περσών», και ο Αλέξανδρος ενθαρρύνθηκε από αυτό το σημάδι. Είναι προφανές ότι αν ο Αλέξανδρος δεν ήταν Έλληνας, δεν θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτόν το μύθο, αντίθετα θα ήταν ισχυρότατο εμπόδιο στα σχέδιά του. Ο Διόδωρος πάλι, δικαίως θεωρεί ότι ο Φίλιππος «παρέλαβε μεν την ασθενέστερη μοναρχία, δημιούργησε δε την σημαντικότερη απ’ όλες τις μοναρχίες των Ελλήνων». Κατά τον Πλούταρχο, στη συζήτηση για την προσκύνηση «μόνο αυτός [ο Καλλισθένης] είπε φανερά αυτά με τα οποία αγανακτούσαν οι καλύτεροι και πιο ηλικιωμένοι Μακεδόνες, και τους Έλληνες απάλλαξε από την καταισχύνη και τον Αλέξανδρο από ακόμη μεγαλύτερη καταισχύνη αποτρέποντας την προσκύνηση». Κατά τον Αρριανό, ο Καλλισθένης ρώτησε τον Αλέξανδρο «θα απομακρυνθείς από τους Έλληνες και θα ατιμάσεις με αυτόν τον τρόπο τους Μακεδόνες;». Και οι δύο αυτές διατυπώσεις είναι πανομοιότυπες με εκείνη του Ξενοφώντα, προς κάποιον Απολλωνίδη που μιλούσε τη βοιωτική διάλεκτο ότι «και την πατρίδα του ντροπιάζει και ολόκληρη την Ελλάδα». Κατά τον Κούρτιο, «όταν ο Δαρείος ανέβηκε στο θρόνο, διέταξε να αλλάξει το σχήμα του κολεού της περσικής κοπίδος και να πάρει το σχήμα του ελληνικού. Οι Χαλδαίοι το θεώρησαν ως οιωνό ότι η εξουσία των Περσών θα περνούσε σ’ εκείνους, τα όπλα των οποίων αντέγραψαν». Επίσης, όταν έγινε η έκλειψη της σελήνης πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων, ο Αλέξανδρος κάλεσε τους Αιγυπτίους μάντεις να ερμηνεύσουν το φαινόμενο. Εκείνοι προτίμησαν να μη δώσουν την αστρονομική εξήγηση, αλλά είπαν ότι «ο ήλιος αντιπροσώπευε τους Έλληνες και η σελήνη τους Πέρσες, η δε έκλειψή της προμήνυε την καταστροφή και σφαγή αυτού του έθνους». Πάλι λίγο πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων, ο Δαρείος είπε στους άντρες του προσπαθώντας να τους εμψυχώσει: «Λίγο νωρίτερα εμείς εισβάλαμε στους Έλληνες, τώρα στην ίδια την πατρίδα μας προσπαθούμε να αποκρούσουμε μία εισβολή και με τη σειρά μας χτυπηθήκαμε από τη θύελλα της Τύχης, που άλλαξε. Προφανώς ένα έθνος δεν μπορεί να κρατήσει αυτήν την αυτοκρατορία, αφού και τα δύο τη διεκδικούμε διαδοχικά». Κατά τη συζήτηση για τη διαδοχή του Αλεξάνδρου ο Κούρτιος φέρει τον Πτολεμαίο να απέρριψε το ενδεχόμενο να ανέβει στο θρόνο της Μακεδονίας είτε ο γιος της Βαρσίνης είτε της Ρωξάνης. Υποτίθεται ότι δεν ανεχόταν να τους κυβερνήσει κάποιος μιξοβάρβαρος με ασιατικό αίμα, διότι τότε θα υποτάσσονταν στους απογόνους του Δαρείου και του Ξέρξη και θα ακύρωναν τις «λαμπρές νίκες τους επ’ αυτών». Όμως την εποχή των περσικών πολέμων η Μακεδονία είχε υποταχθεί αμαχητί, ενσωματώθηκε στην ευρωπαϊκή σατραπεία των Αχαιμενιδών και μετά την κατάρρευση της περσικής κυριαρχίας στην Ευρώπη οι Μακεδόνες δεν έκαναν καμία επιχείρηση εναντίον των Περσών. Φυσικά είναι αδύνατο να μην το γνώριζε αυτό ο Κούρτιος και συνεπώς για τη μη διαφοροποίηση των Μακεδόνων από τους αντισταθέντες Έλληνες πρέπει να θεωρήσουμε ότι παρασύρθηκε από το γεγονός ότι οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες κι, επειδή τους θαυμάζει, τους εντάσσει στα ελληνικά έθνη που αντιστάθηκαν στους Πέρσες. Τέλος, ο Κούρτιος βάζει τον πρέσβη των Σκυθών «της Ευρώπης» να απευθύνεται στον Αλέξανδρο ως σε Έλληνα βασιλιά και να του λέει ότι «οι Έλληνες διακωμωδούν στις παροιμίες τους τις σκυθικές ερήμους» και ότι «το σφράγισμα των συμφωνιών και η επίκληση των θεών είναι τυπικά Ελληνική συνήθεια». Ο Διόδωρος πιστεύει ότι οι άντρες του Αλεξάνδρου αρνήθηκαν να προελάσουν πέρα από τον Ύφαση, διότι μεταξύ άλλων «υπήρχε έλλειψη ελληνικού ιματισμού, που τους ανάγκαζε να χρησιμοποιούν βαρβαρικά υφάσματα και να μεταποιούν τις ινδικές στολές». Ο Πλούταρχος πιστοποιεί ακόμη ότι οι Μακεδόνες είχαν τον ίδιο σκληρό ρατσισμό με τους υπόλοιπους Έλληνες. Συγκεκριμένα παραδίδει ότι ο Αριστοτέλης συνιστούσε στον Αλέξανδρο να φέρεται «στους Έλληνες σαν σε φίλους και συγγενείς στους δε βαρβάρους σαν σε ζώα ή φυτά». Είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσε να δοθεί τέτοια συμβουλή για άλλους βαρβάρους, αν και οι ίδιοι οι Μακεδόνες ήταν βάρβαροι. Αλλά και οι λαοί, τους οποίους κατέκτησε ο Αλέξανδρος γνώρισαν πολύ καλά τους Μακεδόνες και στα διασωθέντα γραπτά τους πιστοποιούν ότι ήταν ένα από τα πολλά ελληνικά ἔθνη. Στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα οι Πέρσες περιέγραφαν έναν υποτελή λαό τους στην Ευρώπη ως «Γιαούνα τακαμπάρα», δηλαδή «Ίωνες (=Έλληνες), που φοράνε το καπέλο». Την εποχή εκείνη η Μακεδονία ήταν μέρος της ευρωπαϊκής σατραπείας, της Σκούντρας, και γνωρίζουμε ότι οι Μακεδόνες ήταν οι μόνοι Έλληνες που φορούσαν τον ίδιο τύπο καπέλου, την καυσία. Αλλά και οι γνησιότεροι απόγονοι των αρχαίων Περσών, οι Ζωροαστριστές, έχουν μεν κακή γνώμη για τον Αλέξανδρο γνωρίζουν δε ότι ήταν Έλληνας. «Μπορεί να είναι Μέγας για τους Έλληνες κι εσάς τους Ευρωπαίους, αλλά εμείς τον αποκαλούμε διάβολο. Διότι έκαψε τους ναούς μας, σκότωσε τους ιερείς μας, ανάγκασε δια της βίας τα κορίτσια μας να παντρευτούν Έλληνες, για να χάσουν την ταυτότητά τους…», είπαν τη δεκαετία του 1990 στον Μ. Γούντ, που κατέγραψε το δρομολόγιο του Αλεξάνδρου σε ένα ντοκιμαντέρ του BBC. Ο Σεμτού-Τεφναχτέ, ένας Αιγύπτιος ιερέας και γιατρός του Δαρείου, διέφυγε σώος από τη σφαγή, που ακολούθησε την μάχη των Γαυγαμήλων και κατέγραψε την ευγνωμοσύνη του προς το θεό Αρσάφη (Χερισέφ). «Με προστάτεψες στη μάχη με τους Έλληνες, όπου συνέτριψες τους Ασιάτες. Πολλοί σκοτώθηκαν δίπλα μου…» έγραψε στην αναθηματική στήλη προς τιμήν του θεού, την οποία τοποθέτησε στην Αχνάς ελ Μεντίνα (μετέπειτα Μεγάλη Ηρακλεόπολη) και η οποία μεταφέρθηκε αργότερα σε ναό της Ίσιδας στην Πομπηία. «Ένας ξένος πρίγκιπας θα ανυψωθεί και θα καταλάβει το θρόνο - επί πέντε χρόνια θα είναι κυρίαρχος – ο στρατός των Ελλήνων θα επιτεθεί – οι Έλληνες θα νικήσουν το στρατό του Δαρείου – θα τον λεηλατήσουν και θα τον ληστέψουν – αλλά μετά ο βασιλιάς θα ανασυγκροτήσει – το στρατό του και θα υψώσει τα όπλα του – Ο Ενλίλ Σάμς και ο Μαρντούκ (βαβυλωνιακές θεότητες) – θα βαδίσουν δίπλα στο στρατό του και – θα προκαλέσουν την ήττα του ελληνικού στρατού …» . Αυτή η προφητεία, που διασώθηκε από την κατάκτηση της Βαβυλώνας ως τις μέρες μας, έχει αξία μόνο ως προς τα καταγραφόμενα ιστορικά στοιχεία, καθώς η ιστορία δεν επαλήθευσε τις προσδοκίες του Βαβυλώνιου προφήτη. Με τις προφητείες τα πήγαν πολύ καλύτερα οι Ιουδαίοι. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο «όταν του έδειξαν το βιβλίο του Δανιήλ, που αναφέρει ότι κάποιος Έλληνας θα καταλύσει το κράτος των Περσών, [ο Αλέξανδρος] συμπέρανε ότι πρόκειται για τον ίδιο». Η συγκεκριμένη προφητεία περιέχεται στην Αγία Γραφή, έγινε από το Δανιήλ περί τους τρεις αιώνες πριν τον Αλέξανδρο και έχει ως εξής: «…καὶ ἰδοὺ κριὸς εἷς ἑστηκώς πρὸ τοῦ Οὐβάλ καὶ αὐτῷ κέρατα ὑψηλά καὶ τὸ ἕν ὑψηλότερον τοῦ ἑτέρου καὶ τὸ ὑψηλόν ἀνέβαινεν ἐπ’ ἐσχάτων καὶ εἶδον τὸν κριὸν κερατὶζοντα κατὰ θὰλασσαν καὶ βορρᾶν και νότον, καὶ πάντα τὰ θηρία οὐ στήσεται ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐξαιρούμενος ἐκ χειρὸς αὐτοῦ, καὶ ἐποίησε κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ καὶ ἐμεγαλύνθη. καὶ ἐγὼ ἤμην συνίων καὶ ἰδοὺ τρὰγος αἰγῶν ἤρχετο ἀπὸ λιβὸς ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς καὶ οὐκ ἦν ἁπτόμενος τῆς γῆς, καὶ τῷ τράγῳ κέρας θεωρητὸν ἀναμέσον τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ. καὶ ἦλθεν ἕως τοῦ κριοῦ τοῦ τὰ κέρατα ἔχοντος, οὗ εἶδον, ἑστῶτος ἐνώπιον τοῦ Οὐβάλ καὶ ἔδραμε πρὸς αὐτὸν ἐν ὁρμῇ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. καὶ εἶδον αὐτὸν φθάνοντα ἕως τοῦ κριοῦ, καὶ ἐξηγριάνθη πρὸς αὐτὸν καὶ ἔπαισε τὸν κριὸν καὶ συνέτριψε ἀμφότερα τὰ κέρατα αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἦν ἰσχύς τῷ κριῷ τοῦ στῆναι ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ ἔρριψεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ συνεπάτησεν αὐτὸν καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐξαιρούμενος τὸν κριὸν ἐκ χειρὸς αὐτοῦ. καὶ ὁ τρὰγος τῶν αἰγῶν ἐμεγαλύνθη ἕως σφόδρα καὶ ἐν τῷ ἰσχῦσαι αὐτὸν συνετρίβη τὸ κέρας αὐτοῦ τὸ μέγα, καὶ ἀνέβη ἔτερα κέρατα τέσσαρα ὑποκάτω αὐτοῦ εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους τοῦ οὐρανοῦ …» Και σαν να ήθελε να αποτρέψει παρερμηνείες της προφητείας του, ο Δανιήλ ξεκαθαρίζει: «ὁ κριὸς, ὅν εἶδες ὁ ἔχων τὰ κέρατα βασιλεὺς Μήδων καὶ Περσῶν. ὁ τρὰγος τῶν αἰγῶν βασιλεὺς Ἑλλήνων καὶ τὸ κέρας τὸ μέγα, ὅ ἦν ἀναμέσον τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς ὁ πρῶτος καὶ τοῦ συντριβέντος οὗ ἔστησαν τέσσαρα κέρατα ὑποκάτω, τέσσαρες βασιλεῖς ἐκ τοῦ ἔθνους αὐτοῦ ἀναστήσονται καὶ οὐκ ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ». Η δυσπιστία προς τις προφητείες είναι δικαιολογημένη, ανεξάρτητα από τον προφήτη ή τη θρησκεία του καθενός μας. Ωστόσο η παραπάνω προφητεία του Δανιήλ είναι όντως συγκλονιστική λόγω της απόλυτης σαφήνειάς της και της πλήρους επαλήθευσής της από τα ιστορικά γεγονότα. Ακόμη και στα κέρατα του κριού και του τράγου πολύ λίγη αμφισβήτηση μπορεί να υπάρξει, για το αν αφορούν στις δύο δυναστείες. Το μεν μεγαλύτερο κέρατο του κριού (του βασιλέως Μήδων καὶ Περσῶν) συμβολίζει τον κλάδο των Αχαιμενιδών στον οποίο ανήκε ο Κύρος ο Μέγας, ο ιδρυτής της αυτοκρατορίας, ενώ το μικρότερο συμβολίζει τον άλλο οικογενειακό κλάδο, που κατέλαβε το θρόνο από τον Δαρείο Α΄ και μετά. Το δε ένα και μοναδικό κέρατο του τρὰγου τῶν αἰγῶν ερμηνεύεται από τον ίδιο τον Δανιήλ ως «ὁ βασιλεὺς ὁ πρῶτος», δηλαδή ο Μέγας Αλέξανδρος ο οποίος πράγματι ήταν ο μοναδικός και τελευταίος γνήσιος Αργεάδης. Αλλά και η επιλογή των συγκεκριμένων ζώων, με τα οποία ο Εβραίος προφήτης συμβολίζει τους δύο αντίπαλους βασιλιάδες δεν είναι καθόλου τυχαία. Τα τέσσερα κέρατα, που αντικατέστησαν το ένα και μοναδικό ερμηνεύονται από τον Δανιήλ ως «τέσσαρες βασιλεῖς ἐκ τοῦ ἔθνους αὐτοῦ … καὶ οὐκ ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ» (του Αλεξάνδρου). Πράγματι, όταν πέθανε ο Αλέξανδρος, οι Πτολεμαίος, Σέλευκος, Λυσίμαχος και Κάσσανδρος διαμοίρασαν την επικράτεια και ανακήρυξαν τέσσερα βασίλεια. Επιπλέον, ο Δανιήλ επιβεβαιώνει τον αρχαίο ελληνικό μύθο για το κοπάδι των κατσικιών (αιγών), το οποίο ακολούθησε ο ιδρυτής του βασιλικού Οίκου των Αργεαδών, και με ένα λογοπαίγνιο απεικονίζει στο ζωικό βασίλειο το όνομα της τότε μακεδονικής πρωτεύουσας (των Αιγών). Έτσι, τα ιερά κείμενα του ιουδαϊσμού, τα οποία αποδέχεται κι ο χριστιανισμός, καταγράφουν με απόλυτη σαφήνεια και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι Αργεάδες, οι τέσσερις Διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και το μακεδονικό έθνος στο σύνολό του ήταν Έλληνες. Πάλι στην Αγία Γραφή και συγκεκριμένα στο βιβλίο των Μακκαβαίων διαβάζουμε ότι ο Αντίοχος ο Επιφανής «…εβασίλευσεν εν έτει εκατοστώ και τριακοστώ και εβδόμω βασιλείας Ελλήνων» (175 π.Χ.). Επίσης ότι ο Αντίοχος ο Επιφανής αποπειράθηκε να επιβάλει στους Εβραίους τη λατρεία των θεών του Ολύμπου και μετέτρεψε τον μεν ναό της Ιερουσαλήμ σε ναό του «Διός Ολυμπίου» τον δε ναό της Γαριζίν σε ναό του «Διός Ξενίου». Επίσης ότι «γενομένης δε Διονυσίων εορτής ηναγκάζοντο [οι Εβραίοι] κισσούς έχοντες πομπεύειν τω Διονύσω» και «εις τας αστυγείτονας Ελληνίδας πόλεις … μεταβαίνειν … κατασφάζειν», δηλαδή να πηγαίνουν στις γειτονικές ελληνικές πόλεις και προσφέρουν θυσίες προφανώς με τον ελληνικό τρόπο. Δηλαδή οι υποτελείς στο ελληνιστικό βασίλειο της Συρίας Εβραίοι γνώριζαν ότι οι Μακεδόνες, που διαδέχθηκαν τον Μέγα Αλέξανδρο, ήταν Έλληνες και ότι οι πόλεις, που έχτισαν στα εδάφη τους, ήταν ελληνικές. Αλλά κι ο πατέρας του Χριστιανισμού, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μας βεβαιώνει ότι ο Αλέξανδρος ήταν Έλληνας. Περί τους οκτώ αιώνες μετά την εκστρατεία και στην προσπάθειά του να σβήσει την ειδωλολατρεία και τη λατρεία του Αλεξάνδρου ως θεού, καταγγέλλει τους ειδωλολάτρες Έλληνες ότι «χρησιμοποιούν επωδές και περίαπτα και δένουν στα κεφάλια και τα πόδια τους χάλκινα νομίσματα του Αλεξάνδρου του Μακεδόνος…και αποθέτουν…τις ελπίδες της σωτηρίας στην εικόνα ενός Έλληνα βασιλιά». Ειδικότερα, ο Αλέξανδρος ήταν συνδεδεμένος με την ελληνική μυθολογία μέσω και των δύο γονέων του. Η μητέρα του, η Ολυμπιάς, ανήκε στο γένος των Αιακιδών μέσω του γιου του Αχιλλέα, του Νεοπτόλεμου, ο οποίος μετά τον Τρωικό πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο και δημιούργησε δική του δυναστεία. Μέσω του Νεοπτόλεμου και του Αχιλλέα η καταγωγή του Αλεξάνδρου έφτανε ως τον γενάρχη των Αιακιδών, τον Αιακό. Το γένος των Αιακιδών εθεωρείτο αρκετά κακότυχο, κάτι που αποδιδόταν στη σκληρότητα του Νεοπτόλεμου κατά την άλωση της Τροίας, γι' αυτό κατά τον Αρριανό, όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στην Τροία, «έκανε θυσία προς τιμήν του Πριάμου στο βωμό του Ερκείου (Οικογενειακού) Διός, ώστε να πάψει η οργή του Πριάμου να κατατρέχει το γένος του Νεοπτόλεμου, στο οποίο ανήκε κι ο ίδιος». Κατά τον Κούρτιο ο Αλέξανδρος έδεσε στο άρμα του και έσυρε το πτώμα του διοικητή της Γάζας γύρω από τα τείχη της «μιμούμενος τον πρόγονό του τον Αχιλλέα», που είχε κάνει το ίδιο με τον Έκτορα στην Τροία. Επίσης ο Αλέξανδρος είπε ότι «οι γάμοι μεταξύ Περσών και Μακεδόνων θα εξυπηρετούσαν στην εδραίωση της αυτοκρατορίας του και τους θύμισε ότι και ο πρόγονός του ο Αχιλλέας συζούσε με μία αιχμάλωτη». Κατά τον Ιουστίνο, τρεις μέρες μετά τη μοιραία αδιαθεσία του «ο Αλέξανδρος δήλωσε ότι αναγνώριζε τη μοίρα του Οίκου των Αιακιδών, καθώς οι περισσότεροι πέθαιναν σε ηλικία περίπου 30 ετών» (ο συγγραφέας μάλλον εννοεί τον Αχιλλέα). Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το Θουκυδίδη, το Διόδωρο και τον Αρριανό, ο βασιλικός Οίκος της Μακεδονίας καταγόταν από την Πελοπόννησο και συγκεκριμένα από το Άργος, είχε δε ως γενάρχη τον Ηρακλή. Ειδικά ο Ηρόδοτος λέει ότι «αυτοί που κατάγονται από τον Περδίκκα είναι Έλληνες, όπως το θέλουν οι ίδιοι, το ξέρω κι εγώ ότι έτσι είναι», ότι ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν «ανήρ Έλλην, Μακεδόνων ύπαρχος», ότι ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος Α΄ το 496 πήρε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες και ότι οι συναγωνιζόμενοι αθλητές υπέβαλαν ένσταση κατά της συμμετοχής του. Ζητούσαν να του απαγορευθεί η συμμετοχή ισχυριζόμενοι ότι ήταν ελληνόφωνος μεν, βάρβαρος δε. Τότε ο Αλέξανδρος Α΄ κατέθεσε τα τεκμήρια της καταγωγής του και οι ελλανοδίκες απέρριψαν την ένσταση, επέτρεψαν τη συμμετοχή του και τελικά νίκησε στο στάδιο, το βασικότερο άθλημα των Αγώνων. Σημειώνουμε εδώ ότι ο Αλέξανδρος Α΄ αναφέρεται σε αρκετές πηγές και ως Αλέξανδρος ο Φιλέλλην. Ορισμένοι χρησιμοποιούν αυτό το προσωνύμιο ως αντίβαρο στις κατηγορηματικές περί του αντιθέτου πληροφορίες, για να «αποδείξουν» ότι παρά τη βαρβαρική του καταγωγή συμμετέσχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες τιμής ένεκεν λόγω της βοήθειάς του προς τους Έλληνες κατά των Περσών και όχι διότι ήταν Έλληνας, όπως κατηγορηματικά και με απόλυτη σαφήνεια καταγράφεται. Αν όμως αναζητήσει κανείς πότε εμφανίσθηκε για πρώτη φορά το προσωνύμιο Φιλέλλην, θα διαπιστώσει ότι αυτό έγινε στους ελληνιστικούς χρόνους, ενώ μέχρι την εκστρατεία του Αλεξάνδρου ο πλήρης προσδιορισμός του εν λόγω βασιλιά γινόταν κατά τον γενικό τύπο της κλασσικής περιόδου, δηλαδή Αλέξανδρος Αμύντου Μακεδών. Η απόδοση προσωνυμίων ήταν πρακτική της ελληνιστικής και όχι της κλασσικής περιόδου και το συγκεκριμένο απεδόθη εκ των υστέρων στον Αλέξανδρο Α΄, για να τον διακρίνει από τον Αλέξανδρο Γ΄, στον οποίο είχε αποδοθεί το προσωνύμιο Μέγας. Η καταγωγή του Αλεξάνδρου από τον Νεοπτόλεμο, τον Αχιλλέα και τον Ηρακλή είναι αποδεκτή από όλους ανεξαιρέτως τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου, Έλληνες και Ρωμαίους, αλλά και απ’ όλους τους συγχρόνους του. Έτσι, όταν ο Αλέξανδρος ανέβηκε στο θρόνο της Μακεδονίας, «θύμισε στους Θεσσαλούς τη συγγένεια που είχαν μεταξύ τους ως απόγονοι του Ηρακλή», για να τους πείσει να τον αποδεχθούν ως Ηγεμόνα της Ελλάδος. Στην αρχαιότητα η οικογενειακή καταγωγή ήταν εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα και κανείς δεν μπορούσε να επικαλεσθεί ψευδείς τίτλους, ούτε καν ο Μέγας Αλέξανδρος. Πράγματι, όταν θέλησε να θεωρηθεί γιος του Άμμωνα, κανείς δεν πίστεψε τα επί τούτου κατασκευασθέντα μυθολογήματα περί συνευρέσεως της μητέρας του με τον Άμμωνα. Η πιο κατηγορηματική απόρριψη αυτού του ισχυρισμού καταγράφηκε στην Ώπη, όταν οι εξαγριωμένοι Μακεδόνες φώναζαν χλευαστικά στον κοσμοκράτορα πια Αλέξανδρο να κάνει τις επόμενες εκστρατείες του με τον πατέρα του τον Άμμωνα! Λόγω αυτής της γενικής αποδοχής κανένας από τους μεταγενέστερους λόγιους και μελετητές δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό της καταγωγής του από τον Ηρακλή. Φυσικά, τα περί καταγωγής από θεούς και ημίθεους, είτε αφορούν τον Αλέξανδρο είτε τους βασιλείς της Σπάρτης, σήμερα είναι αδύνατο να γίνουν πιστευτά από εμάς και δεν έχει κανένα νόημα η διερεύνησή τους. Απλώς είμαστε υποχρεωμένοι να αρκεστούμε στο ότι ήταν αποδεκτά από τους άμεσα ενδιαφερόμενους αρχαίους Έλληνες. Ο Δημοσθένης είναι ο διασημότερος κλασσικός, του οποίου τα λεχθέντα χρησιμοποιούνται συχνότερα, για να «τεκμηριωθεί» η άποψη ότι γενικά οι Μακεδόνες και ειδικά οι Αργεάδες δεν ήταν Έλληνες. Επειδή ο Δημοσθένης ήταν κορυφαίος πολιτικός αντίπαλος του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, δεν μπορούμε να τον τοποθετήσουμε στην ίδια κατηγορία με τους άλλους κλασσικούς, όπως το Θουκυδίδη. Αντίθετα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι επί των ημερών του η πάλαι ποτέ Ηγεμών της Ελλάδος, η Αθήνα, μπορούσε να πάρει θέση υπέρ ή κατά του διαφαινόμενου τότε νέου Ηγεμόνα της Ελλάδος, της Μακεδονίας, αλλά ήταν προφανές σε όλους ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να διεκδικήσει σοβαρά για την ίδια αυτόν τον τίτλο. Το ερώτημα της ενδεδειγμένης στάσης έναντι της Μακεδονίας είχε προκαλέσει σφοδρότατη αντιπαράθεση στην Εκκλησία των Αθηναίων ανάμεσα στην αντιμακεδονική (ή φιλοπερσική) και την φιλομακεδονική (ή αντιπερσική) παράταξη. Πάντοτε και παντού μία τέτοια πολιτική αντιπαράθεση δεν αφήνει τίποτα αλώβητο και όλοι χρησιμοποιούν όλα τα μέσα, για να προωθήσουν τις απόψεις τους. Έτσι κι ο Δημοσθένης δεν δίστασε να αποκαλέσει την Πέλλα, την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, «μικρό κι ασήμαντο χωριουδάκι», ενώ ο επίσης Αθηναίος Ξενοφών την χαρακτήριζε ως «τη μεγαλύτερη πόλη της Μακεδονίας» και φυσικά τα αρχαιολογικά ευρήματα διαψεύδουν κατηγορηματικά τον Δημοσθένη. Στο συχνότερα επικαλούμενο χωρίο, ο Δημοσθένης προσπαθεί να πετύχει την άμεση στρατιωτική αντίδραση στις στρατηγικές επιτυχίες του Φιλίππου, θέτοντας στην Εκκλησία των Αθηναίων μία σειρά από ρητορικά ερωτήματα: «Αυτός ο άνθρωπος [ο Φίλιππος] δεν έχει καταλάβει ήδη τα περίχωρα [της Ολύνθου] κι αν κυριεύσει και την κυρίως χώρα, δεν θα υποστούμε τα χειρότερα; Δεν τον πολεμούν αυτή τη στιγμή, όσοι τους υποσχεθήκαμε ζωτική βοήθεια, αν τον πολεμούσαν; Δεν είναι εχθρός μας; Δεν κατέχει δικά μας εδάφη; Δεν είναι βάρβαρος; Δεν του αξίζει ό,τι κι αν τον αποκαλέσει κανείς;». Στο φορτισμένο πολιτικό κλίμα εκείνων των ημερών η ρητορική ερώτηση του Δημοσθένη θάλεγε κανείς ότι πήρε απάντηση από έναν άλλο κορυφαίο ρήτορα. Χωρίς ρητορικά σχήματα ή άλλες αβρότητες ο Αισχίνης επιτέθηκε με τα ίδια όπλα κατά του προσωπικού και πολιτικού εχθρού του λέγοντας «ο συκοφάντης [ο Δημοσθένης] γεννήθηκε…απ΄ τη μεριά της μητέρας του Σκύθης βάρβαρος, και μόνο η φωνή (γλώσσα) του είναι ελληνική». Εν ολίγοις, αν βάλουμε το ένα δίπλα στο άλλο τα παραπάνω πολιτικά επιχειρήματα, προκύπτει ο εξής διάλογος μεταξύ των δύο καταξιωμένων Αθηναίων ρητόρων:
Τελικά την ελληνική καταγωγή των Αργεαδών δεν την αμφισβήτησε κανείς αρχαίος ή μεταγενέστερος ιστορικός, ως το 1847 με πρώτο τον Ο. Άμπελ. Φυσικά, η διερεύνηση ενός ισχυρισμού, τον οποίο δεν αμφισβήτησε κανείς από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, θα έμοιαζε με ανούσια ακαδημαϊκή ιδιοτροπία, αν δεν είχε μεγάλη πρακτική χρησιμότητα, όπως θα δούμε πιο κάτω. (Πλούταρχος Αλέξανδρος 51.6, Διόδωρος ΙΖ.67.1, Κούρτιος 6.9.34-36, 6.10.23, 6.11.4, Κούρτιος 7.5.3, 8.8.19, Πολύβιος ΙΧ.37.7, Τίτος Λίβιος 31.29) Όσοι έχουν επιλέξει να υποστηρίξουν ότι οι Μακεδόνες δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους νότιους Έλληνες, επικαλούνται ως «αδιάσειστες αποδείξεις» μία σειρά από αναφορές κυρίως του Κούρτιου και δευτερευόντως του Πλούταρχου. Στο κακοποιούμενο από πολλούς χωρίο του Πλούταρχου αναφέρεται ότι κατά το διαπληκτισμό του με τον Κλείτο ο Αλέξανδρος «ἀναπηδήσας ἀνεβόα Μακεδονιστὶ, καλῶν τοὺς ὑπασπιστάς, τοῦτο δ’ ἦν σύμβολον θορύβου μεγάλου». Όσοι προσπαθούν να τεκμηριώσουν την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας», υποστηρίζουν ότι «Μακεδονιστὶ» σημαίνει «στη μακεδονική γλώσσα» και όχι «στη μακεδονική διάλεκτο». Το ότι η χρήση της ήταν «σύμβολον θορύβου μεγάλου (μεγάλης ταραχής)» θεωρούν ότι ενισχύει κι επιβεβαιώνει, όσα κατέγραψε ο Κούρτιος στη δίκη του Φιλώτα. Πράγματι, αυτό πρέπει να συμπεράνει κάθε καλόπιστος, που αγνοεί την υπόλοιπη αρχαία γραμματεία και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Εν τούτοις, η ορθότερη ερμηνεία αυτού του χωρίου νομίζουμε ότι προκύπτει από το στρατιωτικό εγχειρίδιο «Τακτικό υπόμνημα για το πώς πρέπει να ανθίστανται οι πολιορκούμενοι», ενός στρατιωτικού από την Αρκαδία, σύγχρονου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στο σημείο, που πραγματεύεται τον συντονισμό συμμαχικών ή μισθοφορικών δυνάμεων από διαφορετικά ελληνικά ἔθνη, που μιλούσαν διαφορετικές διαλέκτους, ο Αινείας ο Τακτικός επισημαίνει τις αναπόφευκτες συνθήκες κακής συνεννόησης. Για την αποφυγή δε παρεξηγήσεων στην επικοινωνία, επικίνδυνων για την έκβαση της μάχης, δίνει σχολαστικές οδηγίες για τις ιδιαιτερότητες των διαλέκτων και για το τι έπρεπε να αποφεύγεται. Στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου συμμετείχαν όλοι οι Έλληνες (πλην Λακεδαιμονίων) και εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το σύνολο των ομιλουμένων διαλέκτων δημιουργούσαν έναν επικοινωνιακό λαβύρινθο, καταστροφικό στη λειτουργία του τακτικού στρατού. Εφαρμόζοντας λοιπόν τις αρχές, που περιγράφει ο Αινείας ο Τακτικός, ο Αλέξανδρος πρέπει να είχε επιβάλει στους αξιωματικούς του τη χρήση μίας μόνο διαλέκτου. Αν λάβουμε δε υπόψη μας την Κοινή Ελληνική Γλώσσα, την οποία μιλούσαν λίγο αργότερα Έλληνες και βάρβαροι στα κράτη των Διαδόχων, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η διάλεκτος του επιτελείου του Αλεξάνδρου ήταν η αττική, η λογιότερη όλων. Όσο για τις επίμαχες αναφορές του Κούρτιου, αυτές είναι οι εξής: Κατά την έναρξη της δίκης του Φιλώτα από την Εκκλησία των Μακεδόνων ο Αλέξανδρος είπε στον κατηγορούμενο εταίρο «Οι Μακεδόνες πρόκειται να σε δικάσουν. Σε παρακαλώ να δηλώσεις αν θα χρησιμοποιήσεις τη μητρική σου γλώσσα» και ο Φιλώτας φέρεται να απάντησε «Εκτός από τους Μακεδόνες παρίστανται και πολλοί άλλοι, που νομίζω ότι θα βρουν ευκολότερο να καταλάβουν όσα πρόκειται να πω, αν χρησιμοποιήσω τη γλώσσα που χρησιμοποιείς και συ ο ίδιος, με σκοπό (όπως πιστεύω) να γίνεσαι κατανοητός από περισσότερους». Τότε ο Αλέξανδρος απευθυνόμενος προς την Εκκλησία των Μακεδόνων σχολίασε «Βλέπετε πόσο προσβλητική βρίσκει ο Φιλώτας ακόμη και τη μητρική του γλώσσα; Μόνο αυτός αισθάνεται αποστροφή να τη μάθει. Αλλά αφήστε τον να μιλήσει όπως προτιμά, να θυμάστε μόνο ότι περιφρονεί τον τρόπο της ζωής μας όσο και τη γλώσσα μας». Ο Κούρτιος βάζει ακόμη τον Φιλώτα να λέει στην απολογία του «Η μητρική μας γλώσσα έχει πέσει σε αχρηστία εδώ και καιρό μέσω των συναλλαγών μας με άλλα έθνη και τόσο οι κατακτητές όσο και οι κατακτημένοι πρέπει να μάθουμε μία ξένη γλώσσα». Ο ίδιος ιστορικός θέλει επίσης «κάποιον αξιωματικό ονόματι Βόλωνα» (άγνωστο στους άλλους ιστορικούς) να κατηγορεί τον Φιλώτα ότι «γελοιοποίησε άντρες από τη χώρα αποκαλώντας τους Φρύγες και Παφλαγόνες. Αυτό το έκανε ένας, που αν και Μακεδόνας, δεν ντράπηκε να χρησιμοποιήσει διερμηνέα κατά την ακρόαση αντρών, που μιλούσαν την ίδια γλώσσα». Πρώτα απ’ όλα πρέπει να επισημάνουμε ότι η κατηγορία που φέρεται να εκτόξευσε ο Βόλων κατά του Φιλώτα είναι παντελώς ακατάληπτη και μόνο με προσέγγιση ανάλογη εκείνης του Κούρτιου, δηλαδή με ισχυρή δόση αυθαίρετης εικασίας, μπορεί να ερμηνευθεί. Το πιο ακατανόητο είναι ότι ο Φιλώτας φέρεται να χαρακτήρισε «Φρύγες και Παφλαγόνες» κάποιους Μακεδόνες. Είναι απορίας άξιο τι είδους μνήμες μπορούσαν να έχουν οι Μακεδόνες από τους Φρύγες, που πριν τη δημιουργία του βασιλείου της Μακεδονίας είχαν εγκαταλείψει τα μετέπειτα μακεδονικά εδάφη και είχαν εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία, απαρτίζοντας δύο επαρχίες του περσικού κράτους, την Ελλησποντική και τη Μεγάλη Φρυγία. Κατά πάσα πιθανότητα ο Κούρτιος, που είναι βέβαιο ότι κατείχε την αρχαία ελληνική γραμματεία, βρήκε άλλη μία ευκαιρία να δημιουργήσει διανθίζοντας την αναφορά του Ηροδότου σε «κήπους του Μίδα» κάπου στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίδας. Οι Παφλαγόνες πάλι κατοικούσαν στο κεντρικό περίπου τμήμα της σημερινής βόρειας Τουρκίας και δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τη Μακεδονία. Αν πάλι αποφασίσουμε να διαπιστώσουμε σύγχυση από τον Κούρτιο (ή κάποιον αντιγραφέα) των Παφλαγόνων με τους Πελαγόνες, η ερμηνεία γίνεται ακόμη δυσκολότερη, αφού οι Πελαγόνες συγκροτούσαν ένα από τα τοπικά βασίλεια της Άνω Μακεδονίας και ήταν ένα από τα μακεδονικά ἔθνη, άρα η χρήση αυτού του ονόματος δεν μπορούσε να συνιστά προσβολή.
Απόσπασμα διαγράμματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στο οποίο καθορίζονται τα όρια της χώρας (της αγροτικής περιοχής, που ήλεγχε η πόλη) των Φιλίππων, καθώς και τον τρόπο διαχείρισης των φυσικών της πόρων. Φυσικά είναι γραμμένη στα ελληνικά, τη μητρική γλώσσα των Μακεδόνων.
Τελικά, μόνο σε μία προσέγγιση των παραπάνω ελαφρά τη καρδία «αποδεικνύεται» ότι οι Μακεδόνες μιλούσαν άλλη γλώσσα. Όταν όμως βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, κάθε άλλο παρά αυτό προκύπτει και γίνεται απόλυτα σαφές ότι ο Κούρτιος άδραξε την ευκαιρία της πολύκροτης δίκης, για να κατασκευάσει μία ρητορική αντιπαράθεση, χωρίς να ενδιαφέρεται (για πολλοστή φορά) για τα εμπεριεχόμενα ιστορικά παραδοξολογήματα και την παράθεση αλληλοαναιρούμενων απόψεών του. Τα όσα παραδίδει εν προκειμένω περιέχουν τα εξής παράδοξα και ασύμβατα, τόσο με όσα παραδίδει ο ίδιος σε άλλα σημεία της εξιστόρησής του, όσο και με το σύνολο των υπολοίπων αρχαίων πηγών, αλλά και με την ίδια την κοινή λογική. Η εκδικαζόμενη συνωμοσία αποτελούσε εσωτερική υπόθεση του μακεδονικού κράτους και αφορούσε αποκλειστικά τους Μακεδόνες πολίτες. Οι υπόλοιποι Έλληνες όχι μόνο αδιαφορούσαν για το θέμα, αλλά και τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή αποτελούσαν μειοψηφία στην εκστρατευτική δύναμη. Επιπλέον, δεν είχαν δικαίωμα λόγου ή ψήφου στο «συνταγματικά» προβλεπόμενο δικαστήριο των Μακεδόνων και συνεπώς δεν είχαν τρόπο παρέμβασης ή επιρρεασμού των πραγμάτων. Μη χρησιμοποιώντας τη «μητρική του γλώσσα» ο Φιλώτας θα επέλεγε να γίνει κατανοητός στους μη έχοντες δικαίωμα λόγου και ψήφου πολίτες άλλων ελληνικών κρατών, αλλά να μην τον κατανοήσουν ή ακόμη και να προσβληθούν πολλοί από τους έχοντες δικαίωμα λόγου και ψήφου Μακεδόνες πολίτες, από τους οποίους εξαρτιόταν η αθώωση και η ζωή του. Η πραγματικότητα είναι ότι στο αρμόδιο δικαστήριο, στην Εκκλησία των Μακεδόνων, παρίσταντο μόνο Μακεδόνες πολίτες και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι τις εργασίες του επιτρεπόταν να παρακολουθήσουν μη Μακεδόνες πολίτες. Αντίθετα ο ίδιος ο Κούρτιος στην επόμενη μεγάλη δίκη, εκείνη των αριστοκρατών παίδων, βάζει τον Αλέξανδρο να λέει απευθυνόμενος στον Ερμόλαο ότι «αν ο Καλλισθένης ήταν Μακεδόνας θα τον είχα φέρει εδώ [στην εκκλησία των Μακεδόνων…αλλά] είναι Ολύνθιος και δεν απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα». Δηλαδή, κατά τον ίδιο τον Κούρτιο, δεν επετράπη στον Καλλισθένη να παραστεί στην εκκλησία των Μακεδόνων ούτε ως κατηγορούμενος, ούτε ως μάρτυρας, ούτε ως ακροατής της δίκης, που τον αφορούσε έμμεσα ή άμεσα, με μόνο αιτιολογικό ότι δεν ήταν Μακεδόνας πολίτης. Αυτό ακριβώς είναι το συμβατό με όλη την υπάρχουσα αρχαία γραμματεία (του Κούρτιου μη εξαιρουμένου) και τα περί παρουσίας μη Μακεδόνων πολιτών στη δίκη του Φιλώτα αποδεικνύονται από τον ίδιο τον Κούρτιο ότι είναι ρητορικό εφεύρημα, που προσδιορίζει μεν την ιστορική αξία του εν λόγω συγγραφέα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει «απόδειξη» για τη γλώσσα των Μακεδόνων. Επιπλέον, ο ισχυρισμός, που ο Κούρτιος βάζει στο στόμα του Φιλώτα, ότι «η μητρική μας γλώσσα έχει πέσει σε αχρηστία εδώ και καιρό μέσω των συναλλαγών μας με άλλα έθνη και τόσο οι κατακτητές όσο και οι κατακτημένοι πρέπει να μάθουμε μία ξένη γλώσσα» δεν επαληθεύεται από κανένα απολύτως τεκμήριο. Το ιστορικό γεγονός ότι κάποιοι λαοί γειτονικοί των Ελλήνων πράγματι εξελληνίσθηκαν, δεν μπορεί να επεκταθεί και στην περίπτωση των Μακεδόνων, ελλείψει ανάλογων ιστορικών τεκμηρίων. Οι Κάρες και οι Λύκιοι φέρ’ ειπείν, πριν υιοθετήσουν πλήρως την ελληνική γλώσσα, άφησαν επιγραφές στις δικές τους γλώσσες, ενώ στο μεσοδιάστημα (ανάλογο αυτού που καλούμαστε να συμπεράνουμε από τα λόγια του Φιλώτα) προσέθεταν σύντομες μεταφράσεις στην ελληνική γλώσσα των καρικών ή λυκικών κειμένων. Αντίθετα προς αυτήν την απόλυτα λογική διαδικασία εξελληνισμού, το έδαφος της Μακεδονίας δεν αποκάλυψε καμία απολύτως επιγραφή στη μυστηριώδη «μακεδονική γλώσσα» ούτε κάποια δίγλωσση στα «μακεδονικά» και στα ελληνικά, που θα τεκμηρίωνε όσα θέλει ο Κούρτιος να είπε ο Φιλώτας. Οι επί αιώνες πραγματοποιούμενες από αρχαιολόγους κάθε εθνικότητας ανασκαφές στη Μακεδονία (ελληνική, σκοπιανή και βουλγαρική) έχουν αποκαλύψει επιγραφές μόνο στην ελληνική γλώσσα και μάλιστα στη διάλεκτο της ευρύτερης εκείνης περιοχής. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αν η «μακεδονική γλώσσα» είχε αντικατασταθεί από την ελληνική λόγω εμπορικών συναλλαγών, τότε οι μακεδονικές επιγραφές θα έπρεπε να είναι γραμμένες στη διάλεκτο του ελληνικού κράτους με το οποίο είχαν τις σημαντικότερες συναλλαγές. Επειδή σημαντικότερος εμπορικός εταίρος του κράτους της Μακεδονίας ήταν το κράτος των Αθηνών, οι επιγραφές θα έπρεπε λοιπόν να είναι γραμμένες στην αττική διάλεκτο, πολύ δε περισσότερο επειδή η Αθήνα ήταν ταυτόχρονα και πολιτικός δυνάστης και πολιτιστικό πρότυπο της Μακεδονίας. Όμως τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν κάτι άλλο: οι Μακεδόνες μιλούσαν μία παραλλαγή της ευρύτερης διαλέκτου της δυτικής Ελλάδας. Αυτό ακριβώς δηλώνει και το σύνολο της αρχαίας γραμματείας, που δεν στρατεύθηκε στην εξυπηρέτηση αντιμακεδονικών πολιτικών σκοπών. Έτσι ο Πολύβιος θεωρεί τους «Αχαιούς και Μακεδόνας ομοφύλους» και ότι Αχαιοί, Μακεδόνες και Αιτωλοί ήταν ομόγλωσσοι (μιλούσαν την ίδια διάλεκτο), ο Τίτος Λίβιος λέει ότι οι Μακεδόνες μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους Ακαρνάνες και τους Αιτωλούς και ο Στράβων διευκρινίζει ότι οι Αιτωλοί μιλούσαν την αιολική διάλεκτο, κάτι που διαπιστώνουμε και στις μακεδονικές επιγραφές. Δηλαδή ούτε οι εμπορικές, ούτε οι πολιτικές, ούτε οι πολιτιστικές σχέσεις με τα ισχυρά κράτη του Νότου άλλαξαν τη μακεδονική διάλεκτο, όπως ο Κούρτιος βάζει τον Φιλώτα να ισχυρισθεί. Τέλος, η δήλωση ότι «η μητρική μας γλώσσα έχει πέσει σε αχρηστία εδώ και καιρό μέσω των συναλλαγών μας με άλλα έθνη και τόσο οι κατακτητές όσο και οι κατακτημένοι πρέπει να μάθουμε μία ξένη γλώσσα» είναι εντελώς παράλογη για έναν ακόμη σημαντικό λόγο. Εκτός από τους Έλληνες μόνο λίγοι βάρβαροι στα Μικρασιατικά παράλια μιλούσαν ελληνικά. Το σύνολο των ελληνόφωνων λαών ήταν ασήμαντο υποπολλαπλάσιο των λαών της περσικής αυτοκρατορίας, που την εποχή του Αλεξάνδρου μιλούσαν και έγραφαν αραμαϊκά από τα παράλια της Μεσογείου ως τον Ινδό ποταμό. Εφόσον λοιπόν ο Κούρτιος ισχυρίζεται ότι οι Μακεδόνες εγκατέλειψαν την μητρική τους γλώσσα για λόγους επικοινωνίας, στα κράτη των Διαδόχων θα ήταν λογικότερο και ευκολότερο να μιλήσουν και να γράψουν οι σαφώς λιγότεροι Μακεδόνες κάποια από τις ήδη καθιερωμένες γλώσσες του περσικού κράτους, αντί να περιμένουν να μιλήσουν οι Ασιάτες ελληνικά, «μία γλώσσα ξένη σε κατακτητές και κατακτημένους». Θα ήταν δε παγκόσμια πρωτοτυπία, αν οι κατακτητές υιοθετούσαν τη γλώσσα των κατακτημένων και όχι το αντίστροφο. Ακόμη και οι Ρωμαίοι, που ασπάσθηκαν τόσο πολύ τον Ελληνικό πολιτισμό, διδάσκονταν μεν και μελετούσαν την ελληνική γλώσσα, αλλά ούτε την μίλησαν ούτε την έγραψαν. Αναλογικά, όταν οι Μακεδόνες έπαψαν να είναι ένα περιθωριακό κρατίδιο και έγιναν κοσμοκράτορες για δύο περίπου αιώνες, θα έπρεπε να αφήσουν πίσω τους έστω και λίγα στοιχεία της «μακεδονικής γλώσσας», έστω και σαν φολκλόρ. Όμως σε όλη την έκταση των ελληνιστικών κρατών, από την Ελλάδα ως το Πακιστάν και από τη Ρουμανία ως την Αίγυπτο, δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη «μακεδονικής γλώσσας». Καμία δικαιολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή γι’ αυτό, διότι η αρχαία ελληνική γλώσσα δεν αρνήθηκε να ενσωματώσει βαρβαρικές λέξεις, όπως οι περσικές σατράπης, σατραπεία, παρασάγγης ή η βαβυλωνιακή μνα. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί λοιπόν να πιστέψει ότι η μακεδονική αριστοκρατία, που απετέλεσε τις δυναστείες των ελληνιστικών βασιλείων φρόντισε επιμελώς, ώστε οι προστατευόμενοί τους λόγιοι να μην προσθέσουν ούτε μία λέξη της «μακεδονικής γλώσσας» στην πλουσιότατη ελληνική γραμματεί |