|
ΟΙ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ |
|
|
Διοικητική Μέριμνα
Η διοικητική μέριμνα είναι βασική προϋπόθεση διεξαγωγής του πολέμου και βασικός παράγοντας για την επιτυχία μίας επιχειρήσεως και επιδρά αποφασιστικά στο ηθικό και τη μαχητική αξία του στρατεύματος. Κανένα επιχειρησιακό σχέδιο δεν μπορεί να υλοποιηθεί, αν προηγουμένως δεν κριθεί ως εφαρμόσιμο από τη διοικητική μέριμνα. Ο χρόνος έναρξης, η διάρκεια, η έκταση και το βάθος μίας επιχειρήσεως εξαρτώνται από τη δυνατότητα της διοικητικής μέριμνας να την υποστηρίξει. Από την αρχική σύλληψη μίας πρέπει να υπάρχει διαρκής συσχέτιση μεταξύ των προθέσεων και των δυνατοτήτων της διοικητικής μέριμνας. Στην αρχαιότητα το σημαντικότερο πρόβλημα της διοικητικής μέριμνας ήταν τα τρόφιμα, που περιελάμβαναν κυρίως αλεσμένα δημητριακά και δευτερευόντως παστά κρέατα, διότι το κρέας είναι θρεπτικό, ενώ τα δημητριακά είναι ταυτόχρονα θρεπτικά και χορταστικά. Η μεγάλη σημασία, που έδιναν οι αρχαίοι στα δημητριακά φαίνεται σε πάρα πολλά σημεία. Ο Όμηρος συγκεκριμένα αναφέρει τα άλφιτα ως «μυελό ανδρών», ο Ξενοφών καταγράφει ως ενδεικτικό της ελλειπούς διατροφής των Μυρίων ότι «οι άντρες τρέφονταν μόνο με κρέατα» και ο Νέαρχος επίσης ως ένδειξη ελλειπούς διατροφής αναφέρει ότι το περισσότερο σιτάρι του στόλου είχε εξαντληθεί κι στις ακτές των Ιχθυοφάγων δεν βρήκαν καθόλου. Εκτός από τρόφιμα η διοικητική μέριμνα έπρεπε να εξασφαλίζει νερό και κρασί ή τοπικά οινοπνευματώδη ποτά για το προσωπικό, νομή και νερό για τα κτήνη, σκηνές, καυσόξυλα, ιατροφαρμακευτικό υλικό, ίππους, υποζύγια κτήνη, πανοπλίες, βέλη, πεσσούς, ξυλεία για τις διάφορες κατασκευές, ανταλλακτικά για τις μηχανές και τα σκευοφόρα καθώς και σφάγια (ἱερεῖα) για τις θυσίες. Επίσης ήταν επιφορτισμένη με τη νοσηλεία προσωπικού και κτηνών, το χειρισμό και μεταφορά αιχμαλώτων, καθώς και τη διακομιδή και ταφή των νεκρών. Στους σύγχρονους στρατούς οι υπηρεσίες διοικητικής μέριμνας παρέχονται από τα Σώματα, είτε αυτά διαθέτουν μονάδες εκστρατεία (Τεχνικό, Εφοδιασμού και Μεταφορών, Υλικού Πολέμου, Υγειονομικό) είτε όχι (Οικονομικό, Γεωγραφικό, Ελεγκτικό, Ταχυδρομικό, Μουσικό). Στους αρχαίους ελληνικούς στρατούς τα δύο κορυφαία Σώματα, το Εφοδιασμού και Μεταφορών και το Υλικού Πολέμου, φαίνεται ότι δεν υπήρχαν αυτόνομα και το έργο τους βάρυνε τις μάχιμες μονάδες. Στον περιορισμένο γεωγραφικό χώρο των ελληνικών κρατών οι επιμέρους διοικητές ήταν επιφορτισμένοι με την εξασφάλιση στις μονάδες τους των απαραίτητων εφοδίων. Στη διάρκεια μακρυνών εκστρατειών η ευθύνη αυτή ανετίθετο σε κάποια τμήματα, που έπρεπε να εξασφαλίσουν συγκεκριμένη ποσότητα εφοδίων για ολόκληρη τη στρατιά. Εννοείται ότι τα σημαντικότερα εφόδια ήταν ανέκαθεν τα τρόφιμα και το νερό. Αν λείπουν αυτά, κανένας στρατός δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός εκτός από την περίπτωση, που αμύνεται πολιορκούμενος. Δεν έχει καταγραφεί, ούτε θα μπορούσε να καταγραφεί στην παγκόσμια ιστορία περίπτωση τακτικού στρατού, που εισέβαλε και προέλασε με επιτυχία σε εχθρικό έδαφος, ενώ αντιμετώπιζε προβλήματα στη διοικητική του μέριμνα. Ο λόγος είναι ότι η διακοπή της διοικητικής μέριμνας είναι στην πραγματικότητα διακοπή της επικοινωνίας με τα μετόπισθεν και ο προελαύνων στρατός βρίσκεται αποκομμένος και εγκλωβισμένος σε εχθρικό περιβάλλον. Σε κάποιες περιπτώσεις που ο Αλέξανδρος προέλασε αντιμετωπίζοντας προβλήματα στον εφοδιασμό, δεν παρέβη αυτόν το γενικό κανόνα, διότι επρόκειτο για επιχειρήσεις επείγουσες, μικρής χρονικής διάρκειας, οι οποίες διεξήχθησαν από τα πιο επίλεκτα και σκληραγωγημένα τμήματα του μακεδονικού κυρίως στρατού. Η αρχική στρατιά του Αλεξάνδρου αριθμούσε 37.100 μάχιμους, αλλά είναι παρακινδυνευμένοι οι υπολογισμοί για το τελικό σύνολο της στρατιάς συμπεριλαμβανομένων και των συνακολουθούντων. Εντούτοις δεν είναι υπερβολή να το εκτιμήσουμε σε 60.000 άτομα (δηλαδή, αναλογία συνόλου:μάχιμους = 1,6:1). Φυσικά η διοικητική μέριμνα έπρεπε να συνυπολογίσει τους 6-7.000 πολεμικούς ίππους των 5.100 ιππέων και τον άγνωστο αριθμό μεταφορικών και υποζυγίων κτηνών. Ο περσικός στρατός διέθετε περισσότερους μάχιμους και ακόμη περισσότερους συνακολουθούντες και μεταφορικά κτήνη. Δηλαδή, οι αρχαίοι στρατοί ισοδυναμούσαν με κινούμενες πόλεις, οι οποίες έθεταν σε κίνδυνο την ευημερία ή ακόμη και την επιβίωση των περιοχών που προσέγγιζαν. Κυρίως όμως διεξήγαν έναν καθημερινό αγώνα για τη δική τους επιβίωση και όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς τονίζουν τη σημασία της διοικητικής μέριμνας, δηλαδή της επαρκούς ροής εφοδίων. Ο Ξενοφών δηλώνει απερίφραστα ότι, «χωρίς τα απαραίτητα εφόδια δεν έχει καμία αξία ούτε ο στρατηγός ούτε ο στρατιώτης», ο Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει ότι κάποιες επιχειρήσεις άρχισαν, «όταν το σιτάρι ήταν ώριμο», ενώ ο Ηρόδοτος μας δίνει πολλά στοιχεία για τη συγκέντρωση εφοδίων από τους Πέρσες, προκειμένου να υποστηρίξουν τη στρατιά τους που θα εισέβαλλε στην Ελλάδα. Επειδή η μεταφορά των εφοδίων στη ξηρά γινόταν με υποζύγια, τα οποία αναγκαστικά κατανάλωναν μέρος του φορτίου τους, υπήρχε ένας περιορισμός στη μεταφορική τους ικανότητα. Ανεξαρτήτως του μεγέθους του στρατού και του αριθμού των υποζυγίων, η μέγιστη μεταφορική ικανότητα όλων των αρχαίων στρατών περιοριζόταν σε τρόφιμα για 14 ημέρες και νερό για 4 ημέρες. Αυτό υποχρέωνε τους μετακινούμενους στρατούς να επιλέγουν πολύ προσεκτικά την εποχή του χρόνου για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και τα δρομολόγιά τους, ώστε είτε να εξευρίσκουν τα απαραίτητα εφόδια από επαρκείς πηγές κατά μήκος του δρομολογίου τους, είτε να κινούνται κοντά σε θάλασσες και ποτάμια, για να εφοδιάζονται από το ναυτικό, που είχε πολύ μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα. Στην αχανή ηπειρωτική τους επικράτεια οι Πέρσες διατηρούσαν ένα εκτεταμένο δίκτυο αποθηκών για τις ανάγκες ενδεχόμενου πολέμου, ενώ πριν την εισβολή τους στην Ελλάδα γνωρίζουμε ότι έκαναν σχολαστικότατη προπαρασκευή. Επί πολλά χρόνια συγκέντρωναν τεράστιες ποσότητες τροφίμων από όλη την Ασία και τα προωθούσαν σε αποθήκες μέχρι τη Μακεδονία, που τότε αποτελούσε το νοτιότερο τμήμα της ευρωπαϊκής τους σατραπείας. Επιπλέον, αρκετούς μήνες πριν τη διέλευση της περσικής στρατιάς είχαν δεσμεύσει τη ζωική παραγωγή των υποτελών περιοχών και οι κάτοικοί τους άλεθαν τα δημητριακά, που διέθεταν για δική τους χρήση, προκειμένου να τα παραδώσουν στις στρατιωτικές αποθήκες έτοιμα προς χρήση. Εν τούτοις, όταν νικήθηκαν και άρχισαν την υποχώρηση, αντιμετώπισαν οξύτατο επισιτιστικό πρόβλημα, που προκάλεσε λιμό και θανατηφόρα δυσεντερία στο περσικό στράτευμα, διότι ο αθηναϊκός στόλος τους αφαίρεσε την κυριαρχία στο Αιγαίο και τους διέκοψε τη δια θαλάσσης μεταφορά εφοδίων. Ανάλογο σύστημα εφοδιασμού εφάρμοζε κι ο Αλέξανδρος. Πριν προελάσει σε μία νέα περιοχή, εξασφάλιζε έναντι ανταλλαγμάτων προς τους τοπικούς άρχοντες την τροφοδοσία της στρατιάς του και, όπου αυτό ήταν αδύνατο, αντιπαρερχόταν το πρόβλημα με κατά περίπτωσιν ενέργειες. Αν η περιοχή διέκειτο εχθρικά, εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό του με λεηλασίες. Αν η περιοχή δεν είχε επαρκή γεωργική παραγωγή, είτε τα τρόφιμα είχαν καταναλωθεί από τον περσικό στρατό, την παρέκαμπτε ή χώριζε τη στρατιά του σε μικρότερα τμήματα, που μπορούσαν να συντηρηθούν με τα περιορισμένα εφόδια της περιοχής. Όταν έπρεπε να διαχειμάσει ή να αναπαύσει τη στρατιά του, επέλεγε τις περιοχές με τη μέγιστη δυνατή επάρκεια εφοδίων. Η διατήρηση επαρκών υπηρεσιών διοικητικής μέριμνας είναι πάντοτε το δεύτερο μέτωπο κάθε πολέμου, εξίσου σημαντικό με το κυρίως θέατρο των επιχειρήσεων. Ο Κύρος ο νεώτερος, που δεν αντιμετώπισε προφανή προβλήματα κατά την προέλασή του εναντίον του αδελφού του και Μεγάλου Βασιλέα, πριν φτάσει στις Πύλες της Βαβυλώνας λόγω έλλειψης τροφίμων είχε χάσει τα περισσότερα από τα υποζύγιά του και συνεπώς τη μεταφορική ικανότητα του στρατού του. Ο Αλέξανδρος ποτέ δεν υποτίμησε τη σημασία αυτού του μετώπου και πάντοτε τιμωρούσε, όσους αποτύγχαναν στην οργάνωση της διοικητικής μέριμνας πριν από κάθε νέα προέλαση. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι λόγω των μικρών αποστάσεων στην Ελλάδα δεν προέκυπταν σοβαρά προβλήματα στη διοικητική μέριμνα των εμπολέμων και γι’ αυτό δεν υπήρχε η παιδεία σε κανέναν ελληνικό στρατό για την υποστήριξη μιάς εκστρατείας τόσο μακρινής και τόσο μακρυά από τη θάλασσα. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος και ο Αντίπατρος διατήρησαν τις υπηρεσίες διοικητικής μέριμνας σε ύψιστη αποτελεσματικότητα, όπως αποδεικνύεται από την άφιξη στο βόρειο Πακιστάν 30.000 πεζών και σχεδόν 6.000 ιππέων από την Ελλάδα με τους στρατηγούς τους (δύναμης ίσης με την αρχική στρατιά), μεταφέροντας μαζί τους πολεμικό υλικό (25.000 εξαιρετικές πανοπλίες) και 100 τάλαντα (2.660 τόνους) ιατροφαρμακευτικό υλικό. Η σημασία της διοικητικής μέριμνας αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας και στην περίπτωση του Αλεξάνδρου, που όταν βρέθηκε αποκομμένος στο αφιλόξενο περιβάλλον της Γεδρωσίας, απώλεσε τα 3/4 του στρατεύματός του. Εκεί σημείωσε τη μεγαλύτερη απώλεια προσωπικού όλης της εκστρατείας και μάλιστα μακρυά από τα πεδία των μαχών. Για να διατηρηθεί σε λειτουργία η στρατιά, έπρεπε να μεταφέρει μαζί της κατά πρώτο λόγο τα εφόδια μάχης και κατά δεύτερο λόγο όλα τα αναγκαία εφόδια διοικητικής μέριμνας. Δεν αναφερόμαστε στα αντίστοιχα εφόδια του ναυτικού (ανταλλακτικά κουπιά, ιστία κλπ), διότι η μεταφορά τους παρουσίαζε πολύ λιγότερες δυσκολίες και όπως ήταν φυσικό απασχολούσε το στόλο. Τα εφόδια μάχης λοιπόν περιελάμβαναν εφεδρικά κράνη, ασπίδες, ξίφη, κοπίδες, θώρακες, θωράκιση και εξοπλισμό ίππων, βέλη, πεσσούς σφενδόνης και τα ανταλλακτικά τους, τα οποία δεν μπορούσαν να εξευρεθούν επί τόπου, αφού αποτελούσαν την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ελληνικού και βαρβαρικού οπλισμού. Τα εφόδια συντήρησης, που συγκεντρώνονταν και επωλούντο στην «αγορά του στρατοπέδου», περιελάμβαναν τροφή και αλκοολούχα ποτά, νερό για προσωπικό και κτήνη, νομή για τους ίππους και τα υποζύγια (κυρίως στις χειμερινές μετακινήσεις), καυσόξυλα, φούρνους για ψωμί και παξιμάδια, κινητά μαγειρεία, κινητά ιατρεία, κλινοσκεπάσματα, σκηνές, πασαλάκια για τις σκηνές, θερινή και χειμερινή ένδυση. Επίσης περιελάμβαναν ανταλλακτικά για τις άμαξες, τα άρματα και τις μηχανές, υλικά για γέφυρες, ξυλεία για τους χάρακες (φράχτες) των στρατοπέδων και τις υπονομεύσεις τειχών, πτυοσκάπανα, δέρματα για τις σκηνές, για τις ασκοσχεδίες και για την προστασία του προσωπικού των μηχανών. Η μεταφορά όλων αυτών των εφοδίων γινόταν με τα σκευοφόρα, όρος με τον οποίο νοούνται τα μεταφορικά μέσα και κτήνη της στρατιάς, αν και μερικές φορές περιλαμβάνονται και οι συνακολουθούντες. Εννοείται ότι σκευοφόρα δεν υπήρχαν μόνο στον κορμό της κυρίως στρατιάς, αλλά και στα μετώπισθεν, για να καλύπτουν τις ανάγκες των τοπικών φρουρών και τις πάσης φύσεως μετακινήσεις στρατιωτικών τμημάτων μακρυά από το μέτωπο. Επίσης με τα σκευοφόρα γινόταν η μεταφορά του οπλισμού των στρατιωτών, των τραυματιών, των οικείων των στρατιωτών και όλων των συνακολουθούντων, καθώς και της οικοσκευής (ατομικά είδη και λάφυρα), την οποία μετέφερε κάθε στρατιώτης ή είχε εμπιστευθεί τη φύλαξή της στη στρατιωτική διοίκηση. Τα μεταφορικά κτήνη ήταν ίπποι, ημίονοι, όνοι και (στην ασιατική ενδοχώρα) καμήλες. Τα βόδια δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν τουλάχιστον στις μεταφορές του μετώπου, λόγω της χαρακτηριστικά μικρής τους ταχύτητας. Τα ίδια κτήνη, εκτός από τις καμήλες, χρησιμοποιήθηκαν και ως υποζύγια για την έλξη αμαξών, που ήταν το κύριο μεταφορικό μέσο. Με τις άμαξες αυτές γινόταν η μεταφορά τροφίμων, που λεηλατούνταν στις εχθρικές περιοχές ή προσφέρονταν από φίλους και συμμάχους. Ανάλογα με τη δύναμη κάθε τμήματος (π.χ. εκατοστύος, λόχου και ίλης) και συνεπώς των μεταφορικών αναγκών της προβλεπόταν και συγκεκριμένος αριθμός υποζυγίων. Ο βέλτιστος αριθμός σκευοφόρων για κάθε τμήμα προέκυπτε από τις μεταφορικές ανάγκες του και περιοριζόταν από μία σειρά μεταβλητών και τις παραμέτρους τους. Συγκεκριμένα, τα σκευοφόρα απαιτούσαν προσωπικό, για να τα οδηγεί, και όλα τα εφόδια συντήρησης, που χρειαζόταν το προσωπικό και τα κτήνη των μάχιμων τμημάτων. Δηλαδή, ένα μέρος του φορτίου τους προοριζόταν για τη δική τους υποστήριξη και όχι του τμήματος, που υποστήριζαν. Επιπλέον, ένα μέρος του μάχιμου δυναμικού απεσπάτο από την πρώτη γραμμή και ανελάμβανε τη φύλαξη των σκευοφόρων. Πέραν του βέλτιστου αριθμού, η προσθήκη κάθε νέου σκευοφόρου είχε αρνητική οριακή χρησιμότητα, αύξανε τις ανάγκες υποστήριξης του συγκεκριμένου τμήματος και μείωνε την ταχύτητά του. Η ταχύτητα κίνησης των σκευοφόρων ήταν επίσης συνάρτηση του είδους των υποζυγίων, με κατά σειρά ταχύτερα υποζύγια τους ίππους, τους ημίονους και τους όνους. Τον πρώτο χειμώνα της εκστρατείας, το 333-334 π.Χ., ο Παρμενίων πήρε τις ιππάμαξες ως σκευοφόρα στις επιχειρήσεις της Μεγάλης Φρυγίας, προφανώς για να κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα στα παγωμένα οροπέδια της κεντρο-νότιας Τουρκίας. Στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου τα σκευοφόρα αναφέρονται για πρώτη φορά κατά τις επιχειρήσεις στην Ιλλυρία, όταν ο Φιλώτας εστάλη να λεηλατήσει τρόφιμα για όλη τη στρατιά. Από την πληροφορία ότι για τη μεταφορά του θησαυρού της Περσέπολης στα Εκβάτανα χρειάσθηκαν 10.000 άμαξες συρόμενες από ένα ζεύγος ημιόνων η κάθε μία και 5.000 καμήλες μπορούμε να πάρουμε μία ιδέα του συνολικού αριθμού των σκευοφόρων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν και διατήρησαν ανοικτή την οδό ανεφοδιασμού του Αλεξάνδρου από την Ελλάδα, όσο βαθειά στην Ασία κι αν επιχειρούσε. Χωρίς αμφιβολία το Μηχανικό υπήρξε ανέκαθεν το δεύτερο σημαντικότερο Τμήμα Υποστήριξης και ήταν εντελώς απαραίτητο σε μία εκστρατεία σαν αυτήν του Αλεξάνδρου. Ο πεζός στρατιώτης σταματά την προέλαση μόνο μπροστά σε γκρεμό ή μεγάλο υδάτινο κώλυμα, όμως τα κτήνη και κυρίως τα σκευοφόρα απαιτούν πολύ καλύτερα δρομολόγια. Στους μηχανικούς του λοιπόν οφείλει ο Αλέξανδρος την ταχεία διευθέτηση των δρομολογίων και την επιτυχή εξουδετέρωση των κωλυμάτων. Οι εργασίες, στις οποίες διέπρεψε το μηχανικό, όπως αυτές καταγράφονται στις αρχαίες πηγές, είναι οι εξής: Οδοποιία: δεν αναφέρονται πολλές εργασίες οδοποιίας, αλλά είναι αυτονόητο ότι η συχνότερη αποστολή του μηχανικού ήταν η διευθέτηση δρομολογίων. Επιχωμάτωση: ήταν πάγια διαδικασία κατά τις πολιορκίες, προκειμένου να δημιουργηθεί πρόσβαση στα τείχη. Αφορούσε συνήθως στην επιχωμάτωση τμήματος τάφρου (όπως στην Αλικαρνασσό) ή στη δημιουργία αναχώματος, όταν τα τείχη ήταν χτισμένα σε ύψωμα (όπως στη Γάζα). Το μηχανικό του Αλεξάνδρου έκανε δύο μνημειώδεις επιχωματώσεις, την πρώτη στην Τύρο, όπου ένωσε το νησί με την ακτή, και τη δεύτερη στο φαράγγι της Αόρνου Πέτρας, που οδήγησε στην αμαχητί παράδοση του δυσπρόσιτου οχυρού. Υπονομεύσεις: Η τεχνική της υπόσκαψης των τειχών ήταν τόσο συνηθισμένη, ώστε προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι υπήρχαν ικανοί μηχανικοί ορυγμάτων. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει ότι οι αντίπαλοι του Αλεξάνδρου χρησιμοποίησαν επιτυχώς τη διάνοιξη υπονόμου ως πολιορκητικό αντίμετρο. Γεφυροποιία: η στρατιά του Αλεξάνδρου πέρασε τα περισσότερα ποτάμια και διώρυγες, που συνάντησε, με τις υπάρχουσες γέφυρες, άλλοτε σταθερές (ξύλινες ή πέτρινες) και άλλοτε πλωτές (πάνω σε πλοία). Τα μεγαλύτερα ποτάμια και ειδικά εκείνα της Πενταποταμίας δεν διευκρινίζεται με τι είδους γέφυρες τα πέρασε, αλλά φαίνεται λογικότερο να ήταν γέφυρες επί πλοίων. Αν και δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό, πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο ότι μικρότερα πεζά τμήματα πέρασαν από τάφρους και διώρυγες χρησιμοποιώντας αυτοσχέδιες γέφυρες από κορμούς δένδρων ή φοινίκων. Ασκοσχεδίες & Ασκογέφυρες: ήταν ένας εκπληκτικός νεωτερισμός για τον ελληνικό κόσμο, όπου δεν υπάρχουν αξιόλογα υδάτινα κωλύματα, αλλά μία πανάρχαια μέθοδος των λαών της Μεσοποταμίας. Η πρώτη αναλυτική περιγραφή αυτής της μεθόδου δίνεται από τον Ξενοφώντα, που την πληροφορήθηκε προσωπικά κατά την Κάθοδο των Μυρίων. Για την κατασκευή τους φούσκωναν ασκούς από δέρματα ζώων (προβάτων, αιγών, βοδιών και όνων), ο καθένας από τους οποίους άντεχε το βάρος δύο ανδρών χωρίς να βυθίζεται. Τους συνέδεαν μεταξύ τους και τους ακινητοποιούσαν στην επιφάνεια του νερού με πέτρες, τις οποίες πόντιζαν σαν άγκυρες. Πάνω στην επιφάνεια, που σχηματιζόταν, έρριχναν χαμόκλαδα και χώμα, τα οποία χρησίμευαν στο να μη γλιστράνε πάνω στους ασκούς οι άνθρωποι και τα κτήνη. Ενδεικτικά μας λέει ότι για τη γεφύρωση του Τίγρη χρειάζονταν 2.000 ασκοί. Την τεχνική αυτή γνώριζε ο Αλέξανδρος, πριν φτάσει στην Ασία, και τη χρησιμοποίησε για πρώτη φορά κατά τη διάβαση του Ίστρου (Δούναβη). Πρέπει να θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι η γνώση αυτή προερχόταν από τον Ξενοφώντα και ότι είχε ενσωματωθεί στα γνωστικά αντικείμενα της Βασιλικής Στρατιωτικής Ακαδημίας της Μακεδονίας. Ασκοσχεδίες χρησιμοποιήθηκαν ακόμη στη διάβαση του Ώξου (Αμού Ντάρια) και του Υδάσπη (Τζέλουμ). Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι ασκοί δημιουργήθηκαν με τη συρραφή των δερμάτων, που χρησιμοποιούσαν οι στρατιώτες στα αντίσκηνα, και τους γέμισαν με ξερά χόρτα.
Ανάγλυφο από το ΒΔ ανάκτορο του Ασουρνασιρπάλ Β΄, 833-859 π.Χ. Μάλλον απεικονίζει περιστατικό, που συνέβη σε εκστρατεία των Ασσυρίων το 878 π.Χ. Οι διωκόμενοι αντίπαλοί τους διασχίζουν κολυμπώντας τον Ευφράτη. Χρησιμοποιούν ασκούς ως σωσίβια. Μεταφορά πλοίων: αυτός ο άθλος του Μηχανικού του Αλεξάνδρου παραμένει εντυπωσιακός ως τις μέρες μας. Την άνοιξη του 326 π.Χ. αποσυναρμολόγησε έναν άγνωστο αριθμό πλοίων και τα μετέφερε από τον Ινδό στον Υδάσπη. Επίσης το 323 το Μηχανικό αποσυναρμολόγησε πάλι και μετέφερε πάνω από 45 φοινικικά πλοία από τις ακτές της Μεσογείου ως τη Θάψακο, όπου τα επανασυναρμολόγησε. Ακόμη και σήμερα, παρά τα πιο προηγμένα μεταφορικά μέσα, η μεταφορά τέτοιων σκαφών σε τόση απόσταση αποτελεί μία γιγαντιαία επιχείρηση, η εκτέλεση της οποίας δεν είναι ούτε συνηθισμένη ούτε εύκολη. Από τον άθλο αυτό μπορούμε να σχηματίσουμε μία πολύ καλή εικόνα των μέσων, των δυνατοτήτων και της αποτελεσματικότητας του Μηχανικού του Αλεξάνδρου. Στο Τεχνικό Σώμα οφείλει ο Αλέξανδρος τη συντήρηση των μέσων μεταφοράς, την κατασκευή των πολεμικών μηχανών στους μεγάλους αριθμούς, που του εξασφάλισαν την εκπόρθηση όσων πόλεων αντιστάθηκαν, και τη ναυπήγηση των στόλων, με τους οποίους εξασφάλισε την κυριαρχία στο σύνολο των υδάτινων οδών του αρχαίου κόσμου. Το σημαντικότερο επίτευγμα των Τεχνητών ήταν αναμφίβολα η ναυπήγηση των διάφορων στόλων. Τα πλοία ήταν απαραίτητα για την ταχύτερη και ευκολότερη μεταφορά προσωπικού και εφοδίων, καθώς και για την εξασφάλιση των υδατίνων οδών. Γι’ αυτό, όπου εύρισκαν κατάλληλα δένδρα, τα υλοτομούσαν και ναυπηγούσαν πλοία. Οι σημαντικότερες ναυπηγήσεις έγιναν στην Ασσυρία, στον ποταμό Ινδό και κυρίως στον Ακεσίνη, όπου φέρεται να κατασκευάσθηκαν περί τα 1.000 πλοία. Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Μηχανικοί και οι Τεχνίτες ήταν μεν εξειδικευμένοι, αλλά δεν επαρκούσαν για την υλοποίηση των μεγάλης κλίμακας έργων, που αποφάσιζε ο Αλέξανδρος. Έτσι, τα εργατικά χέρια προέρχονταν (όπως και σήμερα) από το Πεζικό.
Η υγειονομική περίθαλψη ήταν αναγκαία όχι μόνο για τους τραυματίες των μαχών, αλλά και για τους τραυματίες από ατυχήματα και τους νοσούντες από ασθένειες. Από τη στιγμή μάλιστα, που η στρατιά άφησε τα μεσογειακά παράλια και μπήκε στην ενδοχώρα της Ασίας, βρέθηκε σε άγνωστες για τον οργανισμό τους κλιματολογικές συνθήκες. Ο Αλέξανδρος πολύ συχνά έκανε πορείες τόσο σύντονες, ώστε οι άνδρες έφταναν στα όρια της κατάρρευσης και πολλοί ίπποι πέθαιναν από την εξάντληση. Κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι ασφαλώς αστείο να μιλάμε για κανόνες υγιεινής και ρητώς αναφέρεται ότι ολόκληρη η στρατιά αναγκάσθηκε κάποτε να διακόψει την καταδίωξη εχθρών λόγω διάρροιας, που προκάλεσε το νερό της περιοχής. Αν σ’ αυτά προστεθούν και οι διαφορετικές διατροφικές δυνατότητες κάθε περιοχής και κυρίως η ασύλληπτη κραιπάλη, επώνυμο θύμα της οποίας ήταν ο Ηφαιστίων, γίνεται σαφές ότι οι ανάγκες για ιατρικές υπηρεσίες δεν ήταν καθόλου μικρές έξω από τα πεδία των μαχών. Από τις πληροφορίες, που μας παρέχουν οι αρχαίες πηγές, βλέπουμε ότι το Υγειονομικό Σώμα της στρατιάς του Αλεξάνδρου δεν λειτουργούσε διαφορετικά από τα σύγχρονα. Ειδικά μετά από μάχες τεκμαίρουμε ότι η περίθαλψη των τραυματιών γινόταν σε νοσοκομεία, ενώ η διακομιδή τους γινόταν με άμαξες. Από τους τραυματίες αυτούς άλλοι χαρακτηρίζονταν ως επανακτήσιμοι και άλλοι ως απόμαχοι. Οι επανακτήσιμοι μετά από κάποιο χρόνο ίασης στους ΣΤ.ΕΠ. (ΣΤαθμούς ΕΠανακτησίμων) ήταν ικανοί να επανενταχθούν στις μονάδες τους. Για όσους χρειάζονταν μεγαλύτερο χρόνο ανάρρωσης, οι ΣΤ.ΕΠ. εγκαθίσταντο στα μετώπισθεν, ώστε ούτε οι τραυματίες να ταλαιπωρούνται από τις διαρκείς μετακινήσεις, ούτε οι μάχιμες δυνάμεις να καθυστερούν λόγω των τραυματιών. Οι απόμαχοι ήταν ανίκανοι για παραπέρα ενεργή υπηρεσία, απομακρύνονταν από τις μονάδες τους και εντάσσονταν στους συνακολουθούντες. Η στρατιά διέθετε σημαντικό αριθμό γιατρών, που κάλυπταν όλες τις ειδικότητες. Μέχρι τις μέρες μας διασώθηκαν τα ονόματα, των δύο που ίαναν τον Αλέξανδρο, του Φίλιππου του Ακαρνάνα (παθολόγος) και του Κριτόδημου του Κώου (χειρουργός), καθώς και του θεράποντος του Ηφαιστίωνα, του Γλαυκία. Στην Ινδία, όπου αντιμετώπισαν φίδια άγνωστα στους Έλληνες, εντάχθηκαν στο Υγειονομικό Σώμα και Ινδοί γιατροί. Γιατρούς διέθετε κι ο στόλος. Οι Πέρσες, προσλάμβαναν Έλληνες ή Αιγυπτίους γιατρούς, πράγμα που υποδηλώνει πως οι ίδιοι δεν είχαν ασχοληθεί σοβαρά με αυτήν την επιστήμη. Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι χάρη στην απρόσκοπτη ροή εφοδίων στη στρατιά του Αλεξάνδρου, σε καμία φάση της εκστρατείας δεν έλειψε το ιατροφαρμακευτικό υλικό, το οποίο μπορούσαν να παραλαμβάνουν από την Ελλάδα ακόμη και στα βάθη της Ινδίας.
Πολεμικοί σκύλοι. Ίσως ξενίζει ως επιλογή, αλλά φαίνεται ορθότερο να ταξινομήσουμε και τους πολεμικούς σκύλους στους βοηθητικούς. Η χρήση πολεμικών σκύλων δεν ήταν άγνωστη στους ελληνικούς στρατούς, όπου χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως σύστημα συναγερμού. Ο περσικός στρατός χρησιμοποιούσε τους μυθικής ικανότητας ινδικούς σκύλους, τους οποίους φέρεται να γνώρισε κι ο Αλέξανδρος στην Ινδία. Αυτή είναι και η μοναδική αναφορά που έχουμε για την ύπαρξη πολεμικών σκύλων στη στρατιά του Αλεξάνδρου. Στα κράτη της αρχαίας Ελλάδας με τα αντικρουόμενα συμφέροντα και τις διαρκείς συρράξεις, η κατασκοπεία και η αντικατασκοπεία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες. Από τους αρχαίους Έλληνες στρατιωτικούς συγγραφείς γίνεται σαφές ότι στις μέρες τους διεξαγόταν ο ίδιος με τον σημερινό πόλεμος των πληροφοριών, δηλαδή ο πόλεμος για τις πληροφορίες και ο πόλεμος μέσω των πληροφοριών. Ήδη ο Ξενοφών είχε καταγράψει ξεκάθαρα την αξία των πληροφοριών για την κατάσταση εχθρών και φίλων, για τα δρομολόγια, για την παραπλάνηση του αντιπάλου, για τους κατασκόπους και τους αυτόμολους. Γνωρίζουμε ακόμη το ενδιαφέρον του Αλεξάνδρου από μικρή ηλικία για τα περσικά πράγματα καθώς και την αποτελεσματικότητα του Φιλίππου στις πάσης φύσεως επιλογές του. Δεν πρέπει λοιπόν να μας μένει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον από την εποχή του Φιλίππου η Μακεδονία είχε αποκτήσει το σημερινό ισοδύναμο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Η μόνη καταγεγραμμένη αποτυχία του συστήματος πληροφοριών του Αλεξάνδρου εντοπίζεται στην αρχή ακόμη της εκστρατείας, λίγο πριν τη μάχη της Ισσού, οπότε δεν αντελήφθη ότι ο Δαρείος βρισκόταν στα νώτα του. Πολύ περισσότερο δεν έχει καταγραφεί διαρροή πληροφοριών από την πλευρά του Αλεξάνδρου προς τους Πέρσες. Η σύγχυση του Ιαξάρτη (Συρ Ντάρυα) με τον Τάναϊ (Ντον) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτυχία του συστήματος πληροφοριών του Αλεξάνδρου, διότι δεν επεδίωξε την εμπλοκή με τους λαούς έξω από τα βορειότερα σύνορα της περσικής αυτοκρατορίας. Το σφάλμα αυτό, αν και παραπλάνησε αρκετούς λόγιους σύγχρονους και μεταγενέστερους του Αλεξάνδρου, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι έχει ακαδημαϊκή και μόνο αξία. Δημιουργήθηκε δε διότι οι Πέρσες προφανώς δεν είχαν χαρτογραφήσει επαρκώς τις εκτός των συνόρων τους περιοχές του σημερινού Καζακστάν και διότι η επικοινωνία στις τοπικές γλώσσες ήταν δύσκολη. Αν ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να τις κατακτήσει, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα σημείωνε μικρότερη επιτυχία από εκείνη στην εξίσου άγνωστη και αχαρτογράφητη Ινδία και Γεδρωσία. Οι πηγές κρίσιμων πληροφοριών ήταν οι κατάσκοποι, οι αυτόμολοι, οι όμηροι, οι αιχμάλωτοι και φυσικά οι οδηγοί. Κατάσκοποι: στην πρώτη φάση της εκστρατείας, τόσο του Φιλίππου όσο και του Αλεξάνδρου, το θέατρο των αρχικών επιχειρήσεων ήταν τα ελληνικά εδάφη της Περσικής αυτοκρατορίας, όπου η εξασφάλιση πληροφοριών μέσω κατασκόπων ήταν εύκολη. Στη συνέχεια, όσο περισσότερο προήλαυνε ο Αλέξανδρος τόσο περισσότεροι αυτόμολοι τον προσέγγιζαν, μειώνοντας την ανάγκη εξεύρεσης κατασκόπων. Ωστόσο δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δράση κατασκόπων. Αυτόμολοι: οι
αρχαίοι Έλληνες στρατιωτικοί συγγραφείς τονίζουν επαρκώς τον κίνδυνο
διαρροής πληροφοριών μέσω των αυτομόλων, οι οποίοι ανέκαθεν υπήρξαν για τον
εχθρό η πηγή των περισσοτέρων, ακριβέστερων και σημαντικότερων πληροφοριών,
αλλά εφιστούν παράλληλα την προσοχή στις παραπλανητικές πληροφορίες, που
ίσως διοχέτευε ο εχθρός μέσω δικών του ψευδοαυτόμολων. Στην Περσική Αυλή
υπήρχαν πάντοτε Έλληνες αυτόμολοι και λίγο πριν την έναρξη της εκστρατείας
προστέθηκαν αρκετοί ακόμη, κυρίως Αθηναίοι. Μετά την έναρξη της εκστρατείας
δεν αναφέρεται κανένας νέος αυτόμολος από την Ελληνική προς την Περσική
πλευρά, η ροή αντιστράφηκε και εκείνοι που αυτομολούσαν ήταν πλέον οι
Πέρσες. Για την ακρίβεια προέρχονταν από το περσικό στρατόπεδο, αλλά δεν
ήταν πάντοτε περσικής καταγωγής, αφού αρκετοί ανήκαν στα πολλά έθνη της
αυτοκρατορίας, τα οποία δεν είχαν ηθικούς λόγους να είναι πιστοί στον έναν ή
τον άλλο κατακτητή της χώρας τους. Οι Πέρσες, που βρέθηκαν στο ελληνικό
στρατόπεδο, αναλάμβαναν διοικητικές θέσεις ανάλογες του βαθμού τους. Όμηροι: η σύλληψή τους εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς, όμως η προέλευσή τους από τα σημαντικότερα στρώματα της κοινωνίας τους, τους καθιστούσε αναμφίβολα μία πηγή σημαντικών και αξιόπιστων πληροφοριών. Αιχμάλωτοι: η σύλληψή τους έχει ως βασικό σκοπό να στερήσει από τον αντίπαλο τις ικανότητές τους και να βλάψει την ψυχολογία του. Ταυτόχρονα οι αιχμάλωτοι είναι μία πολύ καλή πηγή πληροφοριών. Έτσι ο αδελφός του Ερυγίου, ο Λαομέδων ο Μυτιληναίος, που ήταν δίγλωσσος στα ελληνικά και «στα βαρβαρικά» (μάλλον στα περσικά), ορίστηκε υπεύθυνος για τους βάρβαρους αιχμαλώτους. Οδηγοί: έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Χωρίς αυτούς η στρατιά του Αλεξάνδρου θα είχε ανασχεθεί μπροστά σε κάποιο κώλυμα ή θα είχε πέσει σε κάποια παγίδα ή θα είχε αφανισθεί σε κάποια από τις πολλές ερήμους και ορεινές διαβάσεις, όπως είχαν πάθει στο παρελθόν πολλοί Μεγάλοι Βασιλείς. Οι καλύτεροι οδηγοί ήταν πάντοτε οι ντόπιοι, προέρχονταν δε από τους αυτόμολους, τους αιχμαλώτους ή τους ομήρους. Η αξιοπιστία τους ήταν εξασφαλισμένη, διότι γνώριζαν ότι βλάπτοντας τον δεσμώτη τους, έβλαπταν τη ζωή ή τη σωματική τους ακεραιότητα. Υποκλοπές: ο Αλέξανδρος όταν βρισκόταν στην Υρκανία, φέρεται ότι έπεισε με τέχνασμα τους άνδρες του να στείλουν γράμματα στην πατρίδα. Οι γραμματοφόροι του τα παρέδωσαν, εκείνος τα διάβασε και εντόπισε όσους διαφωνούσαν μαζί του. Ο Πολύαινος περιγράφει εδώ ένα στρατήγημα, το οποίο λόγω της αφέλειάς του μοιάζει περισσότερο με δικό του εφεύρημα. Είναι όμως λογικό να υπήρχε μία υπηρεσία ασχολούμενη με την εξασφάλιση πληροφοριών σχετικών με την εσωτερική τάξη και ασφάλεια. Η υπηρεσία αυτή φαίνεται ακόμη πιο αναγκαία από τη στιγμή, που στο στράτευμα και στη Δημόσια Διοίκηση ενσωματώθηκαν βάρβαροι. Βασικό δε εργαλείο μίας τέτοιας υπηρεσίας θα ήταν οπωσδήποτε η πανάρχαια μέθοδος της υποκλοπής της αλληλογραφίας. Επειδή είναι γνωστό πως η υποκλοπή μπορεί να γίνει και από άλλους έξω από αυτήν την υπηρεσία, καθώς και επειδή δεν είναι πάντοτε εγγυημένη η εχεμύθεια και η πίστη του προσωπικού των μυστικών υπηρεσιών, τα υψίστης σημασίας μηνύματα ρητώς καταγράφεται ότι μεταφέρονταν προφορικά από έμπιστους αγγελιαφόρους. Τα μέσα στρατιωτικών επικοινωνιών, τα οποία προκύπτει ότι χρησιμοποιήθηκαν και από τον Αλέξανδρο, ήταν τα παρακάτω: Αγγελιαφόρος: ήταν ο
κομιστής των απλών μηνυμάτων και εκινείτο με τη μικρότερη ταχύτητα της
κατηγορίας του. Τα υψίστης σημασίας μηνύματα διεκινούντο είτε από
αγγελιαφόρους, κρυπτογραφημένα με κάποιο τρόπο όπως η
σκυτάλη ή
εκείνους που περιγράφει ο σχεδόν σύγχρονος του Αλεξάνδρου,
Αινείας ο
Τακτικός, είτε προφορικά από έμπιστα άτομα. Για την ταχύτερη
μεταφορά μηνυμάτων ή την κάλυψη μεγαλύτερης απόστασης υπήρχαν οι έφιπποι
αγγελιαφόροι και οι ημεροδρόμοι.
Μάντεις, Θυσίες και Οιωνοί Το θρησκευτικό συναίσθημα ήταν πολύ έντονο στην αρχαιότητα και ήταν βαθιά ριζωμένη η πεποίθηση ότι οι θεοί προμήνυαν το μέλλον. Γι’ αυτό όλοι οι αρχαίοι ελληνικοί στρατοί διέθεταν πάντοτε μάντεις και τα αναγκαία για τις θυσίες, δηλαδή ζώα (ἱερεῖα), σμύρνα και λιβάνι. Στη στρατιά του Αλεξάνδρου ήταν διαπιστευμένοι πολλοί μάντεις και το πόσο ψηλά στην ιεραρχία θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους, προσδιοριζόταν από τη φήμη και την ικανότητά τους. Οι αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί διέσωσαν τα ονόματα του Αρίστανδρου από την Τελμισσό, που ήταν ο βασικός μάντης της ανώτατης διοίκησης, του Δημοφώντα, που προέβλεψε τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου από τους Μαλλούς, του Πειθαγόρα του Αμφιπολίτη, που μάντεψε το θάνατο του Ηφαιστίωνα και του Αλεξάνδρου, και του Κλεομένη από τη Σπάρτη. Δεν θέλησαν όμως να διασώσουν και τα ονόματα των βαρβάρων, όπως των Βαβυλωνίων ιερέων και Μάγων, που είχε μαζί του ο Αλέξανδρος για να τον εξαγνίζουν, ούτε της μάντισσας από τη Συρία, την οποία είχε μόνο για προσωπική του χρήση και είχε προβλέψει την εναντίον του επιβουλή στη συνωμοσία των παίδων. Σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας βλέπουμε τον Αλέξανδρο να προσφέρει θυσίες με κάθε ευκαιρία. Κατά την περαίωση της στρατιάς στην Ασία, έκανε θυσίες τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην ασιατική ακτή. Όταν έγινε η έκλειψη σελήνης λίγο πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων, έκανε θυσία και εξέτασε τους οιωνούς. Επίσης έκανε θυσίες για εξευμενισμό και ευχαριστία προς τους θεούς πριν και μετά τη διάβαση του Ινδού, κατά τον κατάπλου των ινδικών ποταμών, στο Δέλτα του Ινδού και πριν τον παράπλου της άγνωστης θάλασσας από τον Νέαρχο. Γενικά, ήταν ιδιαίτερα επιμελής στο να προσφέρει θυσίες «σύμφωνα με τις συνήθειές του» ή «όπως του υπέδειξαν οι μάντεις» ή «στους θεούς που εκείνος θεωρούσε σωστό». Όμως, επειδή προσπάθησε να επιβάλει τη θεοποίησή του, πρέπει να υποθέσουμε ότι όλη αυτή η επιμέλεια στα θρησκευτικά καθήκοντα υπαγορευόταν από το πρότυπο του ανατολίτη θεού-βασιλιά, που επέλεξε να εφαρμόσει. Επίσης στις αλλεπάλληλες θυσίες, που έκανε στο Δέλτα του Ινδού, και εν όψει του προγραμματισμένου ταξιδιού στην άγνωστη και μεγάλη θάλασσα, θέλησε να εξευμενίσει ένα πλήθος θαλασσίων θεοτήτων του ελληνικού πανθέου, ακόμη και τις πιο αρχαίες και σχεδόν ξεχασμένες στις μέρες του. Το κίνητρό του εκεί ήταν η ανάγκη να καθησυχάσει τους περιδεείς ναυτικούς του ότι είχε κάνει όλες τις αναγκαίες επαφές με όλες τις εμπλεκόμενες θεότητες, οι οποίες εμμέσως είχαν δεχθεί να τους εξασφαλίσουν ασφαλή πλου. Τελικά, το πιθανότερο είναι ότι ήταν εξίσου θρήσκος με όλους τους ανά τους αιώνες ηγέτες, οι οποίοι δεν δίστασαν να διαπράξουν ακόμη και γενοκτονίες, είτε για να ευχαριστήσουν το θεό τους είτε επειδή αυτό ήταν το θέλημα του θεού τους. Αν ο Αλέξανδρος ήταν χριστιανός, ασφαλώς θα συμπεριφερόταν όπως οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, οι Φράγκοι σταυροφόροι ή οι ἐλέῳ Θεοῦ βασιλείς των νεωτέρων χρόνων, δηλαδή θα παρακολουθούσε ευλαβικά τις λειτουργίες Χριστουγέννων και Αναστάσεως και στον στενό κύκλο συνεργατών του θα βρίσκαμε Πατριάρχες και αρχιεπισκόπους. Η θρησκεία και κυρίως οι αποφάσεις των θεών ήταν για τον Αλέξανδρο ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο διοίκησης και για το λόγο αυτό έπρεπε να είναι ο πρώτος, που θα συμμορφωνόταν προς τα θεϊκά σημάδια. Και πράγματι αυτό έκανε, όποτε δεν ήταν αντίθετο προς τα σχέδιά του. Έτσι, όταν οι Άραβες μισθοφόροι έτρεψαν σε φυγή τους Μακεδόνες πολιορκητές κατά την πολιορκία της Γάζας, ο Αλέξανδρος αγνόησε τον οιωνό και έσπευσε να σώσει το γόητρο του μακεδονικού στρατού. Και πάλι, για να προστατεύσει το γόητρο του στρατού του, επιτέθηκε στους Σκύθες παρά τους κακούς οιωνούς, τους οποίους ο Αρίστανδρος αρνήθηκε να παρερμηνεύσει. Υπάρχουν όμως μερικές περιπτώσεις, όπου είμαστε υποχρεωμένοι να διαγνώσουμε στις θυσίες του Αλεξάνδρου τον συνήθη φόβο του ανθρώπου για το μέλλον και την ανάγκη του να εξασφαλίσει την εύνοια των θεών. Αυτές είναι οι δύο διαδοχικές θυσίες που έκανε κατά τη διάβαση του Ελλήσποντου, στη μεν ευρωπαϊκή ακτή στον τάφο του Πρωτεσίλαου παρακαλώντας τους θεούς και το νεκρό ήρωα να μην έχει την τύχη του, στη δε ασιατική ακτή στο βωμό του Ερκείου (Οικογενειακού) Διός παρακαλώντας τον Πρίαμο να μην ξεσπάσει πάνω του το μένος του προς το γένος του Νεοπτόλεμου. Στις δε θυσίες των τελευταίων ημερών της ζωής του οπωσδήποτε διακατείχε τον Αλέξανδρο ο φόβος του πρόωρου και άδοξου θανάτου. Μπορούμε άφοβα να ισχυρισθούμε ότι οι περισσότεροι οιωνοί και όνειρα κατασκευάσθηκαν εκ των υστέρων, για να ταιριάξουν με τα γεγονότα και να τονίσουν τη θεϊκή καθοδήγηση προς τον Αλέξανδρο, κάποια όμως ίσως ήταν πραγματικά. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, είναι ενδιαφέρον να καταγράψουμε τα κυριότερα εξ αυτών, διότι μας δίνουν μια εικόνα των αντιλήψεων και των πεποιθήσεων της εποχής εκείνης.
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και κάτι ακόμη. Σε κάποια βραχμανική πόλη, την Αρματήλια, οι Ινδοί λέγεται ότι είχαν αλείψει με θανατηφόρο δηλητήριο τα όπλα τους, ώστε ακόμη και όσοι είχαν επιπόλαια τραύματα από τη μάχη, τελικά πέθαιναν με φρικτούς πόνους. Ένας από τους τραυματίες ήταν κι ο Πτολεμαίος του Λάγου. Ο Αλέξανδρος, που στενοχωρήθηκε πολύ από τον επικείμενο θάνατο του στρατηγού του, είδε στον ύπνο του ένα δράκοντα να κρατάει στο στόμα του ένα βότανο. Την επομένη ο Αλέξανδρος αναζήτησε το βότανο, το βρήκε, παρασκευάσθηκε το αντίδοτο και σώθηκε ο Πτολεμαίος. Αυτή η διήγηση είναι εντυπωσιακή, διότι μας θυμίζει καταπληκτικά τα οράματα επωνύμων και ανωνύμων χριστιανών, όπου ο Χριστός, η Παναγία ή κάποιος Άγιος τους υποδεικνύουν, πού είναι θαμμένη κάποια (κατά κανόνα θαυματουργή) εικόνα τους. Τέλος, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να επισημάνει την ομοιότητα ανάμεσα στο «…οὕτω ξυνέβη ἡ μαντεία Ἀριστάνδρῳ... (= έτσι εκπληρώθηκε η μαντεία του Αριστάνδρου)» ή το «…και το σημεῖον ἀπέβη κατά την Ἀριστάνδρου πρόρρησιν…» και στο ευαγγελικό «ίνα πληρωθή το λεχθέν υπό των προφητών». Με τον όρο συνακολουθοῦντες του Διόδωρου ή ξυνεπόμενοι του αττικιστή Αρριανού περιγράφονται όσοι, ενώ δεν ήταν μάχιμοι, είχαν λειτουργική θέση στους αρχαίους στρατούς και αποτελούσαν αναπόσπαστα τμήματά τους. Οι αρχαίοι συγγραφείς δεν τους προσμετρούσαν ποτέ στη μάχιμη δύναμη, αλλά οι στρατοί τους λάμβαναν σοβαρότατα υπόψιν τους, διότι αύξαναν τις ανάγκες σε εφόδια και μείωναν την ταχύτητα κίνησης της μάχιμης στρατιάς. Μπορούμε να τους διακρίνουμε στις ακόλουθες γενικές κατηγορίες: Υπηρετικό προσωπικό: Περιελάμβανε υπηρέτες κάθε είδους και φύλου: συνήθεις δούλους, γυναίκες αρτοποιούς και ευνούχους. Στην Αυλή του Αλεξάνδρου, αλλά και σε συγκεκριμένα μέρη των μετώπισθεν στάθμευε προσωπικό επιφορτισμένο με τη φροντίδα του βασιλιά και της ακολουθίας του, όποτε περνούσαν από την περιοχή. Με τις αλλεπάλληλες νίκες και καταλήψεις πόλεων το υπηρετικό προσωπικό της μακεδονικής Αυλής αυξανόταν δραματικά, αφού ενσωμάτωνε τους πολυάριθμους υπηρέτες της Αυλής των Αχαιμενιδών. Απόμαχοι: Οι
απόμαχοι προέκυπταν από τους μάχιμους, που λόγω τραυματισμού, ατυχήματος,
ασθενείας ή ηλικίας δεν μπορούσαν πλέον να μάχονται. Κάποιοι απ’ αυτούς
εντάσσονταν στους βοηθητικούς, όπου υπηρετούσαν όσο το επέτρεπαν οι δυνάμεις
τους ή η διάθεσή τους. Όσοι δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να συνεχίσουν την
υπηρεσία ως βοηθητικοί, διακρίνονται σε δύο άλλες σημαντικές κατηγορίες,
εκείνους που ήθελαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους κι εκείνους που δεν
είχαν αντίρρηση να εγκατασταθούν σε κάποια ασιατική πόλη. Αυτή η δεύτερη
κατηγορία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για τον εποικισμό των νεοϊδρυομένων
κυρίως πόλεων, που θα αποτελούσαν ταυτόχρονα προκεχωρημένα στρατόπεδα και
πυρήνες εξελληνισμού της Ασίας. Βέβαια στον εποικισμό ο Αλέξανδρος δεν
χρησιμοποίησε πάντοτε πρόθυμους απόμαχους, αλλά και
απρόθυμους μάχιμους. Ερωτικοί σύντροφοι και
παιδιά
(Διόδωρος, ΙΖ.35.3-4, Ηρόδοτος, Ζ.187., Ξενοφών Κύρου Ανάβασις, Β.VΙ.6,
Δ.Ι.14, Δ.ΙΙΙ.19, Ζ.ΙV.7-κε, Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 22.1-4):
Στις μεγάλες εκστρατείες, όπου συμμετείχαν κατά κύριο λόγο επαγγελματίες, η
ερωτική ζωή των στρατιωτικών δεν αναστελλόταν. Ο
Ξενοφών,
παρά τη μόνιμη επιδίωξή του να διατηρεί την ευελιξία κατά την κάθοδο των
Μυρίων, ρητώς επιτρέπει τη σύλληψη παιδιών ή ωραίων γυναικών από σφοδρή
ερωτική επιθυμία. Ομοίως, τη στρατιά του Αλεξάνδρου
συνακολουθούσαν οι πάσης
φύσεως ερωτικοί σύντροφοι των στρατιωτικών: σύζυγοι, αιχμάλωτες γυναίκες και
παλλακίδες. Με τις αυτές τις γυναίκες οι στρατιωτικοί αναπόφευκτα έκαναν
παιδιά, που κι αυτά συνακολουθούσαν τη στρατιά. Κάποια από αυτά είχαν
γεννηθεί από αιχμάλωτες γυναίκες, με τις οποίες οι στρατιωτικοί διατηρούσαν
δεσμό πιο μόνιμο, μάλλον παράνομο (αφού οι περισσότεροι είχαν συζύγους στην
Ελλάδα) και οπωσδήποτε μη αναγνωριζόμενο από το δίκαιο κανενός ελληνικού
κράτους. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος τους
αντάμειψε,
επειδή βοήθησαν με αυτόν τον τρόπο στον εξελληνισμό της Ασίας, αλλά δεν
επέτρεψε στα παιδιά αυτά να ακολουθήσουν τους επαναπατριζόμενους πατεράδες
τους. Είναι
αξιοσημείωτο ότι τα
συνακολουθούντα γυναικόπαιδα υπέστησαν
τις μεγαλύτερες απώλειες στην έρημο της Γεδρωσίας.
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΑΡΧΗ ΣΕΛΙΔΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΜΕΝΟΥ |